του Παναγιώτη Σιαβελή

cti_flex_logoΥποδοχή, μια σχέση η οποία προϋποθέτει την ετερότητα και την αναγνώρισή της ως τέτοια. Ταυτόχρονα, η υποδοχή απαιτεί και μερική άρνηση της ετερότητας, καθότι τα υποκείμενα που συναντώνται σε αυτήν τη σχέση, οφείλουν σε αυτήν (για να την κάνουν δυνατή ή για να την εκπληρώσουν) έναν ελάχιστο βαθμό ταυτότητας, λίγες ακμές που να διαγράφονται στα όρια της ουσιολογικής τους συν-ύπαρξης και συγγένειας, πάνω στις οποίες η υποδοχή θα κάνει τα όποια βήματά της. Έτσι, για να υποδεχτώ οτιδήποτε, για να αντιληφθώ οτιδήποτε ως ικανό οποιουδήποτε είδους υποδοχής, πρέπει προηγουμένως να αναγνωρίσω σε αυτό έναν τρόπο, ένα μηχανισμό, μιαν αίσθηση, ένα στοιχείο, κάτι τέλος πάντων, το οποίο να μιλά κάποια από τις γλώσσες της δικιάς μου ύπαρξης.

Το υποκείμενο, το αντικείμενο ή η κατάσταση που τυγχάνει υποδοχής, το πρόσημο και ο τρόπος που αυτή ξεδιπλώνεται και η καινούργια πραγματικότητα που διαμορφώνει, αποτελούν καθρέφτες μέσα από τους οποίους μπορούμε να ρίξουμε ματιές στον κόσμο όπως αυτός φαίνεται μέσα από τα μάτια του υποκειμένου που προχωρά στην υποδοχή.

Στην ελληνική κοινωνία, μια μικρή σκιαγράφηση κάποιων υποδοχών της τελευταίας 35ετίας, αυτών που εκτυλίχθηκαν σαν κυρίαρχο κοινωνικό φαινόμενο, σαν στιγμές ορόσημα, φανερώνει κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για τα συλλογικά (κάποτε) και τα ατομικά υποκείμενα: την σταδιακή παρακμή και εντέλει την έκλειψη της γοητείας που τους ασκούσαν οι άνθρωποι-σύμβολα, τη σταθερά μειούμενη αναλογία των συλλογικών οραμάτων προς όφελος των ατομικών, μιαn επέκταση του θεαματικού σε βάρος του πραγματικού, αλλά και μια περίεργη συσσωμάτωσή τους, σε μια κατάσταση αμοιβαίας έκπτωσης και βίαιης προσαρμογής τους στην κυριαρχούσα αλλά παραπαίουσα ατομικότητα.

24 Ιουλίου 1974: έρχεται

Πλήθος ανθρώπων υποδέχεται τον Εθνάρχη. Υποδέχεται το σύμβολο που υπόσχεται δημοκρατία, σε μια κατάσταση όπου σύμβολο και πραγματικότητα συνδέονται. Η υπόσχεση που κουβαλά η μορφή είναι άξια υποδοχής, ως έχουσα σαφή σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα. Και η κοινωνική πραγματικότητα είναι ακόμα ζητούμενο που απασχολεί -και άρα δημιουργεί- το συλλογικό υποκείμενο «ελληνική κοινωνία».

Ιανουάριος 1990: ανεβαίνοντας στις ταράτσες

Η αλλαγή σάρωσε. Η δημοκρατία εμπεδώθηκε και περνά σε δεύτερο πλάνο, ως κερδισμένη και αυτονόητη. Αδιαμφισβήτητα, όμως, χρειάζεται επικύρωση, η οποία θα επιτευχθεί με το μάζεμα των καρπών της: οι Έλληνες σκαρφαλώνουν ομαδικά -με ορμή κτήνους και με ταλέντο ακροβάτη- στις ταράτσες, ρυθμίζοντας κάθε τρεις και λίγο τις κεραίες τους, για να υποδεχτούν τα καινούργια σήματα από τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Η ενθουσιώδης υποδοχή αφορά στο μέσο, το οποίο, αν και εξόφθαλμα υποσχόμενο κυρίως τον εαυτό του, το θέαμα, δεν παύει να κουβαλά μέσα του και κάτι άλλο, εξίσου θελκτικό, την υπόσχεση της προσωπικής, πλέον, αφθονίας: μπαίνουμε για τα καλά στην Ευρώπη, εκσυγχρονιζόμαστε, το όνειρο της Δύσης διοχετεύεται μέσα από τα καλώδια του σαλονιού μας και φωτίζει ζεστά τα πρόσωπα και τις καρδιές μας (burgers, ταξίδια, μόδα, μουσικές, κοινωνική ανέλιξη, lifestyle, ανάπτυξη, πασαρέλες, αυτοκίνητα, πισίνες, γκαζόν, σαμπουάν, εξοχικά, αεροπλάνα, όλα εκεί, σαν παραμυθένια υπόσχεση προόδου, σαν σίγουρο και επιθυμητό μέλλον). Κι όλα αυτά με ένα σάλτο στην ταράτσα κι ένα τηλεκοντρόλ. Από υπόθεση συλλογικότητας, η λαχτάρα, η υπόσχεση και η υποδοχή του μέλλοντος αφέθηκε στις ορειβατικές ικανότητες του καθενός ξεχωριστά.

 5 Ιουλίου 2004: γεμίζοντας τους δρόμους, ταυτόχρονα αφήνοντάς τους άδειους

Η Ελλάδα υποδέχεται τους ήρωες του Euro 2004. Ήρωες μιας τηλεοπτικής παραγωγής που ονομάζεται ποδόσφαιρο και που δεν συμβολίζει τίποτα. Ήρωες που είναι ήρωες μόνο και μόνο επειδή κυριάρχησαν στο μοναδικό πεδίο από το οποίο αντλεί η κοινωνία ήρωες, το τηλεοπτικό. Πλέον καμιά υπόσχεση δε βγαίνει μέσα από αυτούς, γενικότερα, καμία απολύτως δεν βγαίνει μέσα από το κουτί, όλες διαψεύστηκαν ή εκπληρώθηκαν, και δεν αναζητήθηκε καμία να τις αναπληρώσει. Αλλά έμεινε το κουτί, σαν τόπος που μπορούμε να κατοικήσουμε. Το μέσο που φανέρωνε τα σύμβολα απέμεινε μόνο σύμβολο το ίδιο, σύμβολο μιας ιδανικής αυτό-ικανοποιούμενης κατάστασης που το εμπεριέχει, την διυποκειμενική σχέση τηλεθεατή-τηλεόρασης. Και ύστερα ο συμβολισμός συρρίκνωσε την πραγματικότητα, έγινε αυτή, και δεν χρειάζεται πια τον εαυτό του. Το θεαματικό που προσφέρεται/βιώνεται δεν υπόσχεται τίποτα το πραγματικό. Αλλά το αντικαθιστά επάξια, όντας πιο όμορφο και προσαρμοζόμενο εύκολα στις απαιτήσεις μας: με το πάτημα ενός κουμπιού αλλάζει ολόκληρη η πραγματικότητα, αρκεί να αποδεχτείς πως αυτή τελειώνει πίσω από την επίπεδη οθόνη. Μια τελευταία βόλτα στην παλιά πραγματικότητα, στους δρόμους της Αθήνας, σαν επιτάφιος του πραγματικού: το βλέμμα διψά για την γνώριμη εικόνα των Ηρώων του Euro. Το πλήθος, ακρωτηριασμένο ελλείψει τηλεχειριστηρίου και άμαθο στο να χειρίζεται μια πραγματικότητα που δεν υπακούει σε κουμπιά, δεν ξέρει τι να κάνει. Σχεδόν ενστικτωδώς, σαν στριμωγμένο στη γωνιά αγρίμι που δείχνει τα δόντια του, βγάζει από την τσέπη το μοναδικό του όπλο, το κινητό, και την φωτογραφίζει, αιχμαλωτίζει μέσα του την πραγματικότητα, ή μάλλον καθιστά πραγματικό αυτό το ακατανόητο και χωρίς νόημα θέαμα/βίωμα, κωδικοποιώντας το στη μόνη γλώσσα που διαβάζει, την εικονικότητα. Ο ήρωας/σύμβολο προσπεράστηκε. Ανήκων σε έναν κόσμο άγριο, αφιλόξενο, ξένο, πολυδιάστατο και χωρίς δυνατότητα αλλαγής καναλιού ή επεξεργασίας, αλλά πάνω απ’ όλα όντας (ο ήρωας) αντικαταστάσιμος (κατά προτίμηση από κάποιον αποκλειστικά φανταστικό, αλλά ας αντικατασταθεί, για αρχή, από το δισδιάστατο είδωλό του), δεν αξίζει πια την υποδοχή μας. Δεν κατοικούμε στον ίδιο κόσμο, απλά για λίγο οι δυο τους διασταυρώθηκαν, σε ένα στιγμιαίο βραχυκύκλωμα μέσα από το οποίο εθεάθη και πραγματοποιήθηκε ο διαχωρισμός θεαματικού και πραγματικού, σχίζοντας στα δύο το υποκείμενο που θα μπορούσε να τον βιώσει ή να τον ακυρώσει, κενώνοντας πλήρως το πραγματικό και πλημμυρίζοντας ενέργεια το εικονικό.

Ιούλιος 2010: πολλά χαμόγελα. Υποδεχόμαστε την νέα, ψηφιακή εποχή

Μέρες γιορτής. Η παλιά πραγματικότητα, γεμάτη ατέλειες και χιόνια, υποχωρεί. Η νέα πραγματικότητα, πιο καθαρή από ποτέ, υπόσχεται απροκάλυπτα τον εαυτό της και μόνο αυτόν, για λίγες ακόμα μέρες μέσα από το παρελθόν. Στο αναλογικό μου σήμα βλέπω χαρούμενα πρόσωπα που ευαγγελίζονται την έλευση της νέας, ψηφιακής εποχής, μιας εποχής που πάνω-κάτω δεν αποτελείται από τίποτα άλλο εκτός από ψηφία. Ένα από αυτά τα πρόσωπα, ένα σχεδιασμένο κοριτσάκι, είναι αποκλειστικά φτιαγμένο για αυτόν τον λόγο: μέσα από τους παλιούς δέκτες θα μας μιλήσει για λίγο για τους καινούργιους, και όταν αυτοί εγκατασταθούν η ίδια δεν θα έχει λόγο ύπαρξης. Το θέαμα υπόσχεται επιτέλους τον θάνατό του, έστω κι αν ο ίδιος διαφαίνεται επαναλαμβανόμενος, πιθανώς στο διηνεκές, αφήνοντας την ερώτηση για το μετά να μένει δυνητικά υψίστης σημασίας αλλά και ανάρθρωτη. Κι αν το ίδιο το θέαμα πεθάνει; Αν το θεαματικό μόνο του καταρρεύσει προς τα μέσα, ρουφηγμένο από το κενό γύρω από το οποίο σωρεύτηκε και ετράφη, ανίκανο να κρατηθεί στην επιφάνεια της τηλεόρασης-κόσμου πιασμένο μόνο από τα μαλλιά του; Τι μένει; Στον Κυνόδοντα του Γ. Λάνθιμου[1], το θεαματικό σχήμα, στείρο θεάματος -το οποίο θέαμα εκπλήρωσε την υπόσχεση θανάτου του λόγω της ριζικής αποκοπής του από το πραγματικό- σπεύδει να κρατήσει το χώρο που του αναλογεί και τα καταφέρνει. Στρέφεται πάλι στο πραγματικό (ή μάλλον σε ό,τι απέμεινε από αυτό), εκεί απ’ όπου ξεπήδησε, μόνο που αυτό δεν είναι πλέον τόπος από τον οποίο μπορούν να ξεπεταχτούν υποσχέσεις ή στον οποίο χωράνε ερωτήματα. Είναι ένας τόπος λειασμένος με την μηχανή του γκαζόν, με ψηλούς φράκτες και καθαρά ρούχα, ανέγγιχτος και αυτάρκης, ξένος και αδιάτρητος (όχι από μέσα προς τα έξω ή αντίστροφα, αλλά ένα συμπαγές όλον που μας εμπεριέχει, σε μια οντότητα που η υποκειμενικότητα εγκολπώθηκε πλήρως στο έξω, συρρικνώνοντάς το, όμως, στα μέτρα της και καταργώντας ταυτόχρονα τις υπόλοιπες διαστάσεις του), μια περίεργη, ανατριχιαστική και ολοζώντανη συσσωμάτωση της απελπισίας και της τραγικότητας του ανθρώπινου με τη μακάβρια κλειστότητα και αιωνιότητα του άψυχου.

Και αυτή η εικόνα ανθρώπων που απέμειναν να κοιτάνε τους εαυτούς τους σε δύο διαστάσεις, κάτι μου θύμισε.


[1] Αριστουργηματική ταινία στην οποία μια τελείως αποκλεισμένη από τον κόσμο οικογένεια (χωρίς κανάλια στην τηλεόραση, ραδιόφωνο, εξόδους από το σπίτι, κλπ), μεταξύ συνταρακτικών άλλων, διασκεδάζει βλέποντας «ταινίες» με πρωταγωνιστές τους ίδιους στον ρόλο της καθημερινότητας τους.

Advertisements