του Θανάση Πολλάτου

cti_flex_logoΈχει ήδη κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι της κρίσης ώστε να γίνει κατανοητό, σε όσους και σε όσες φυσικά έχουν την ικανότητα να το κατανοήσουν, πως το μέλλον της χώρας ορίζεται με βάση τον προσανατολισμό της, την επιλογή της μπροστά στο δίπολο εξευρωπαϊσμός ή αφρικανοποίηση. Όλα τα υπόλοιπα σενάρια θα πρέπει να συνομαδωθούν με βάση αυτήν την κεντρική επιλογή. Κάθε συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τις προοπτικές της οικονομίας ακολουθούν την κεντρική στρατηγική επιλογή, δεν προηγούνται αυτής. Τουτέστιν, στο τρένο μπαίνεις ή δεν μπαίνεις. Και η συζήτηση για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών, την τιμή του εισιτηρίου κ.λπ. μπορεί να γίνει είτε στην πολυκοσμία των βαγονιών είτε στην ερημιά του σιδηροδρομικού σταθμού όταν το τρένο θα έχει απομακρυνθεί. Θα πρόκειται όμως σε κάθε περίπτωση για μία συζήτηση λίγο ή πολύ φιλολογική, υποταγμένη δηλαδή στο γεγονός πως οι ιδέες κυριαρχούνται τελικά από την πράξη και όχι το αντίστροφο.

Η συζήτηση αυτή μπορεί να έχει το χαρακτήρα μιας διαπραγμάτευσης με τους συνεπιβάτες όλων των θέσεων η οποία θα συνδυαστεί ασφαλώς με μια διαρκή και κοπιώδη προσπάθεια ισχυροποίησης της θέσης και ανάκτησης της διαπραγματευτικής δύναμης της χώρας. Ή μπορεί να έχει το χαρακτήρα του παρανοϊκού μονολόγου στον έρημο σταθμό, δηλαδή μιας εύπεπτης λαϊκίστικης αφήγησης για την ήττα, για την οικολογική καταστροφή που προκαλούν οι ατμομηχανές, για τις συνωμοσίες που εξυφαίνονται από γήινες και εξωγήινες δυνάμεις εις βάρος του περιούσιου λαού και άλλα τέτοια αναμασήματα της εθνικολαϊκιστικής ιδεολογίας. Αυτή πάντως η αφήγηση οφείλουμε να ξέρουμε ότι προαλείφεται να καταστεί η εθνική αφήγηση των χρόνων της απομόνωσης που έπονται της χρεοκοπίας. Τα δείγματα των προφητών της αφρικανοποίησης που κατοικοεδρεύουν στο πολιτικό, κοινοβουλευτικό και κοινωνικό σκηνικό είναι ενδεικτικά σύμβολα αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει. Τα κτηνώδη μπράτσα και οι βουλευτικές άδειες οπλοφορίας προοικονομούν τις μαφίες και το φαρ ουέστ, δηλαδή την επίσημη εγκαθίδρυση της βίας και της τρομοκρατίας στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Λαϊκιστές δημοσιογράφοι, πρόθυμοι εκδότες, ευέλικτοι πολιτευτές και συνδικαλιστές, άνθρωποι του υποκόσμου θα στελεχώσουν το νέο καθεστώς. Άνθρωποι σαν κι αυτούς που στελέχωσαν το καθεστώς της δικτατορίας, άνθρωποι σαν κι αυτούς που στελέχωναν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και μερικές από τις μαφιοκρατίες που τα διαδέχθηκαν. Τα πρόσωπα αυτά είναι ήδη ορατά στη μικρή μας δημοκρατία της Βαϊμάρης, ήταν ήδη παρόντα με τον τρόπο που μπορούσαν και σε ό,τι προηγήθηκε. Ο νέος τύπος ανθρώπου, δηλαδή ο παλιός,  θα είναι αυτός που θα συμβιβάζεται, θα εξυπηρετεί, θα ανελίσσεται για να επιζήσει κερδίζοντας την εύνοια της οικονομικοπολιτικής ολιγαρχίας πατώντας στα κεφάλια των άλλων. Αυτό που θα αλλάξει πραγματικά, αυτό που έχει αλλάξει ήδη, είναι το μέγεθος της πίτας και η αυξανόμενη ένταση της ανθρωποφαγίας που επιτάσσει η νομή της· και το μέγεθος της πίτας είναι αντιστρόφως ανάλογο της έντασης της ανθρωποφαγίας. Επιπλέον, η ευθυγράμμιση με το αφρικανικό πρότυπο σημαίνει και οριστικό αποχαιρετισμό σε κάθε ψήγμα φερ πλέι που επέβαλλαν οι –ελλιπείς έστω- θεσμοί του κράτους δικαίου. Πόλεμος όλων εναντίον όλων, λοιπόν, άρση του χομπσιανού συμβολαίου μη επίθεσης διαμέσου της ήδη εκπληρωμένης προϋπόθεσης της κατάργησης του εγγυητή του. Και η νέα ισορροπία θα επιτευχθεί με την επικράτηση ενός νέου κυρίαρχου· χωρίς όρους του παιχνιδιού και προσχήματα, όμως. Φυγή προς τα πίσω, λοιπόν.

Το ενδεχόμενο της αφρικανοποίησης εκπροσωπείται επαρκώς στο πολιτικό σκηνικό της εποχής κυρίως λόγω της γενετικής του σχέσης με το αμαρτωλό παρελθόν του οποίου αποτελεί και συνέχεια. Η σημειολογική εκπροσώπηση του ευρωπαϊκού μέλλοντος είναι όμως ελλιπέστερη. Δεν υπάρχει καμία συγκροτημένη ομάδα με σημαντική επί του παρόντος επιρροή που να εκφράζει με αμιγή τρόπο το ευρωπαϊκό ενδεχόμενο. Υπάρχει όμως μια οιονεί τάση μετασχηματισμού των παραδοσιακών φαντασιακών δομών και των θεσμικών τους αντιστοίχων. Το κυρίαρχο κομματικό μόρφωμα της μεταπολίτευσης, αυτό που εκπροσώπησε υποδειγματικά τη σοβούμενη διφυΐα, τη διγλωσσία, το αλληθώρισμα του προσανατολισμού το οποίο διατυπώθηκε εν τέλει ρητά ως κεντρικό υπαρξιακό δίλημμα της νεοελληνικής ιστορίας από τον ιστορικό καταλύτη της κρίσης, πνέει τα λοίσθια αρθρώνοντας μαρτυρικά αυτή του τη διφυΐα ως βίαιο κερματισμό και κατάσχιση των σαρκών του. Και καθώς ο βίαιος αυτός κερματισμός αντιστοιχεί απόλυτα με τον κερματισμό της κοινωνίας, οι ωδίνες του συνιστούν ταυτόχρονα κύκνειο άσμα αυτού που τελειώνει και σάλπισμα αυτού που δύναται να γεννηθεί ως πραγματικά νέα ιστορική δυνατότητα. Η επιλογή, λοιπόν, της ευρωπαϊκής προοπτικής εκφράζεται ως σήμερα μονάχα αποσπασματικά μολονότι διαθέτει έναν στρατηγικό σύμμαχο μεγάλου βεληνεκούς: την πραγματικότητα. Η ιστορία των τελευταίων μηνών αποδεικνύει πως η επαφή με την πραγματικότητα, συνιστά λυδία λίθο και οδηγεί νομοτελειακά στην εμπέδωση της  πραγματικής θέσης της χώρας, των διαπραγματευτικών της ικανοτήτων και των προοπτικών της πέρα από την εκάστοτε αντιπολιτευτική αερολογία.

Καθώς, λοιπόν, στο πλαίσιο αυτού του πραγματισμού οι επιλογές είναι ελάχιστες, το ενδεχόμενο συστράτευσης με ό,τι επιτάσσει η ορθολογική προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης, ενισχύεται. Και τελικά, ο χρόνος λειτουργεί ως σύμμαχος στην προσπάθεια της επικράτησης της λογικής. Έτσι, ενώ το μεταρρυθμιστικό μέτωπο εμφανίζεται κατακερματισμένο, η υπόγεια λειτουργία της πανουργίας του Λόγου του φροντίζει ούτως ώστε η πραγματικότητα να αποσαθρώνει τα συμπλέγματα του παραλογισμού και η διαφαινόμενη επαφή με την εξουσία, δηλαδή με την πραγματικότητα, να λειτουργεί ως κατευναστικό των ανερμάτιστων ντελιρίων. Η επαφή αυτή με την πραγματικότητα, ο εξορθολογισμός και η βελτίωση της θέσης της χώρας δεν αποτελούν απλά ιδεολογικές επιλογές ή επιλογές γούστου. Αποτελούν το μονόδρομο, την προϋπόθεση για τη δυνατότητα άσκησης οποιασδήποτε συντεταγμένης δευτερογενούς πολιτικής που κινείται πάνω στον άξονα αριστερά – δεξιά. Στο πεδίο της λογικής δεν μπορεί να επιζήσει καμία πολιτική δεξιά ή αριστερή, εθνική ή κοινωνική, αν δεν δέχεται τις απαραίτητες προϋποθέσεις της αυτοσυντήρησης της χώρας, της γεωπολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής της επιβίωσης.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, και ιδιαιτέρως εκείνο με την προοπτική της εξουσίας, εκλογικεύεται όχι μόνο μπροστά στο ενδεχόμενο της κατά πρόσωπο επαφής με την πραγματικότητα, αλλά και μέσα από την αργή αλλά σταθερή ευθυγράμμιση με την πραγματικότητα των ίδιων των ψηφοφόρων του, των οποίων τα ποιοτικά –ταξικά, πολιτισμικά, μορφωτικά, ηλικιακά- χαρακτηριστικά συντείνουν τελικά προς μια τέτοια  αργή ή ταχεία εξέλιξη. Ακόμα και ο κυνισμός των επαγγελματιών πολιτικών και συνδικαλιστών που συστρατεύονται σωρηδόν με την αξιωματική αντιπολίτευση με σκοπό τη μελλοντική νομή της εξουσίας είναι ικανός να συμβάλλει, παρά την ηθική εξαθλίωση την οποία αντιπροσωπεύει, στο μετριασμό των ακροτήτων.

Αυτό που μένει να εμφανιστεί, λοιπόν, στο προσκήνιο είναι η πολιτική και κυρίως κοινωνική έκφραση ενός δυναμικού μεταρρυθμισμού που θα ρυμουλκήσει διανοίγοντας το πεδίο της συζήτησης και σπάζοντας τα ταμπού της συντήρησης, ακόμα και τα πιο καθυστερημένα στοιχεία της κοινωνίας. Όσον αφορά στην πολιτική έκφραση αυτού του χώρου, ακόμα και το μέρος εκείνο του πολιτικού συστήματος που αποκαθιστά σιγά σιγά την επαφή του με την ευρωπαϊκή προοπτική, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι μια ευκταία ανάπτυξη της οικονομίας θα δημιουργήσει στρώματα των οποίων τα ποιοτικά στοιχεία του δυναμισμού θα μπορέσουν αντισταθμίσουν και να υπερκεράσουν τις καθηλωτικές τάσεις που εκφράζονται από τις ως τώρα ποσοτικά μόνο υπέρτερες δυνάμεις της συντήρησης.

Ο τρόπος με τον οποίο θα εκφραστεί ο χώρος αυτός και η δυναμική που θα αναπτύξει επιταχύνοντας τις εξελίξεις μένουν να φανούν. Είναι πάντως απαραίτητο, αν η άρθρωση των ιστορικών δυνατοτήτων είναι όπως τη φανταζόμαστε εδώ, προσανατολισμένη δηλαδή προς τις δύο αλληλοαποκλειόμενες προοπτικές του εξευρωπαϊσμού και της αφρικανοποίησης, να εμφανιστούν στο ιστορικό προσκήνιο οι δυνάμεις εκείνες που εκπροσωπούν τη μία ή την άλλη λογική. Η συνεκτικότητα της ιστορικής ανάπτυξης των επιλογών επιτάσσει μια τέτοια εκτίμηση. Είναι αυτή η συνεκτικότητα δεδομένη; Είναι πράγματι αυτές μόνο οι διαφαινόμενες προοπτικές; Αδύνατο να απαντήσουμε εκ των προτέρων. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι μια ανάλυση της πραγματικότητας με τα δεδομένα που έχουμε και από το σημείο που στεκόμαστε και με μοναδικό εχέγγυο τη δέσμευσή μας να κρατάμε τα μάτια μας ανοικτά. Κι αφού κάθε οπτική είναι οπτική από κάπου και όχι πανοραμική θέαση από κάποιο αρχιμήδειο σημείο, ο καθένας και η καθεμία μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του μπροστά στα ιστορικά ενδεχόμενα και να αποφασίσει που ανήκει και σε ποιες ιστορικές απαιτήσεις μπορεί να ανταποκριθεί. Η καταγγελία της πραγματικότητας πάντως δεν είναι μεταξύ των επιλογών. Ισοδυναμεί με το  δημοφιλές μέσο της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον του… Νεύτωνα ενώ μάλιστα η ελεύθερη πτώση έχει ήδη ξεκινήσει. Η απάντηση σε τέτοιες περιπτώσεις δίνεται όπως είναι αυτονόητο άμεσα, χωρίς νομικίστικες χρονοτριβές από τον καθ’ ύλην αρμόδιο: το έδαφος. Αλλά οφείλουμε επιπλέον να επισημάνουμε κάτι που μπορεί με την εμπειρία των τελευταίων ετών και ιδιαιτέρως με την εμπειρία των αγανακτισμένων πλατειών, της απαξίωσης και της αυτοαπαξίωσης του πολιτειακού συστήματος κ.λπ. να γίνει ευκολότερα κατανοητό. Στο πεδίο της ιστορίας βασιλεύει αυτό που ο Παναγιώτης Κονδύλης αναγνώριζε ως βασική όψη της ενδεχομενικότητας του κοινωνικο-ιστορικού πεδίου, η «ετερογονία των σκοπών» αναφερόμενος μεταξύ άλλων στον τρόπο με τον οποίο μια καλή αλλά αφελής πρόθεση μπορεί να οδηγήσει μέχρι την καταστροφή. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί.

Η ως τώρα έκβαση της υποθέσεως πάντως, το γεγονός ότι ο ασθενής βρίσκεται ακόμα εν ζωή επιτρέπει μια κάποια αισιόδοξη ανάγνωση της πραγματικότητας και μια αντίστοιχη διάγνωση των πραγματικών επιθυμιών της κοινωνίας. Η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν επιθυμεί την καταστροφή της. Έχει τη -συγκεκαλυμμένη ασφαλώς- σοφία απορρέουσα από τις επιταγές της ίδιας της αυτοσυντήρησής της να επιλέγει την ευρωπαϊκή της προοπτική, ακόμα κι όταν ανεβαίνει στα κεραμίδια. Κι αυτό γιατί έχει να χάσει κάτι περισσότερο από τις αλυσίδες της. Θα ήμασταν άραγε αρκετά μαρξιστές αν παραφράζαμε τον Μαρξ λέγοντας πως δεν έχει σημασία τι ο α ή ο β Έλληνας λέει, σημασία έχει αυτό με το οποίο είναι καθορισμένος να συνταχθεί; Καθορισμένος από το επίπεδο της ζωής του, από τη στενότητα των επιλογών και από την ικανότητά του να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις οποιουδήποτε άλλου σεναρίου. Σε αυτό το μέτωπο τουλάχιστον, τα χάσματα και οι πιθανότητες του ατυχήματος εξαντλούνται στους διανοητικούς περιορισμούς –των ιδεοληψιών περιλαμβανομένων- και στις ψευδαισθήσεις που δεν επιτρέπουν την αντίληψη της κατάστασης. Απέναντι στη διανοητική υποτάξη που τρέφεται με τις συνωμοσιολογίες και το σκότος αλληθωρίζοντας προς την κοινωνική και πολιτική εκείνη κατάσταση όπου θα μπορεί να δικαιωθεί παρασύροντας τη χώρα στα βάραθρά της, ο αγώνας είναι διαρκής και αμείλικτος· και τα διαφωτιστικά όπλα είναι, όπως πάντα, πρόσφορα.

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2012 και έκτοτε παρέμεινε «στο συρτάρι». Ίσως να έχει κάτι να πει ακόμα και τώρα. Θ.Π.

Advertisements