του Μιχάλη Τσιντσίνη

Δεμένος πισθάγκωνα, χτυπημένος άγρια, βρήκε φωνή να ουρλιάξει στις κάμερες, στα σκαλιά των δικαστηρίων της Κοζάνης: «Μπάτσοι, δικαστές, πολιτικοί δεν έχετε κανέναν λόγο να κοιμάστε ήσυχοι».
Λίγες ώρες μετά, ένα σύνθημα σύστοιχο, σαν αντίλαλος, αντηχούσε στο κέντρο της Αθήνας: «Αλήτες – προδότες – πολιτικοί». Το φώναζε ξανά και ξανά η «παρέλαση» που περνούσε, χωρισμένη σε διμοιρίες, επί μισή ώρα στην Βασιλίσσης Σοφίας. Με σημαίες ελληνικές, σημαίες ναζιστικές, με πυρσούς που έσπερναν νύχτα.
Από την ίδια νύχτα ήρθαν τα παιδιά του Βελβενδού και τα παιδιά της Βασιλίσσης Σοφίας. Από την ίδια πλατεία τόξευαν, μούντζωναν και πετροβολούσαν τη Βουλή. Στην ίδια αξημέρωτη νύχτα του φανατισμού, της δεισιδαιμονίας και του μίσους τα παρέδωσε η απέναντι χώρα. Η χώρα που δεν τους έδωσε τίποτε να πιστέψουν.
Αυτή η χώρα αδυνατεί να επαναπατρίσει τα παιδιά που ξενιτεύτηκαν στην έρημο του ανορθολογισμού. Κάποιοι, όταν τα είδαν με τα φλεγόμενα διαβατήριά τους στο χέρι, τα χειροκροτούσαν. Κάποιοι κανάκευαν την τόλμη της «εξέγερσής» τους.
Τώρα πώς να τους μιλήσεις; Είναι πολύ μακριά για να ακούσουν. Είναι πολύ αργά για να πειστούν. Ποιος θα τους πείσει; Οι καθηγητές; Οι δικαστές; Οι βουλευτές σου; Ποιος τάχα θα τους σωφρονίσει; Οι αστυνόμοι σου;
Πήρε πολλούς η νύχτα. Η χώρα δεν μπορεί να τους κρατήσει. Οχι γιατί χρεοκόπησε. Αλλά γιατί ήταν ήδη ξοφλημένη.
Advertisements