του Γιώργου Παγουλάτου

Μετά την απόφαση του 55% των Ιταλών να πηδήξουν στο κενό ψηφίζοντας έναν επαγγελματία γελωτοποιό κι έναν «κλόουν» πολιτικό, το μήνυμα φαίνεται σαφές: η αντιμετώπιση της κρίσης του Νότου μονομερώς με εξουθενωτική λιτότητα οδηγεί την Ευρωζώνη στα ακραία όρια συνοχής και αντοχής της.

Ας μη βιαστεί κανείς να αναζητήσει το «δίδαγμα» για μας. Η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία, με βασικό πρόβλημά της, προ 2009, την παρατεταμένη στασιμότητα και όχι τόσο τα ελλείμματα. Μια οικονομία εξαγωγών, που έχασε ανταγωνιστικότητα την τελευταία δεκαετία κυρίως λόγω μεταρρυθμιστικής αδράνειας. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις τώρα παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες, και αυτό είναι κυρίως πρόβλημα της Ιταλίας, αλλά (λόγω μεγέθους της) είναι πια πρόβλημα και του ευρώ.

Η Ελλάδα, αντίθετα, είναι μια μικρή οικονομία, που έζησε προ 2009 τους μεγαλύτερους ρυθμούς μεγέθυνσης και κατανάλωσης, χάρη σε μια φούσκα δημόσιου υπερδανεισμού. Χώρα που μέχρι πριν από μερικούς μήνες ορισμένοι εταίροι θα ήθελαν να θυσιαστεί, προς παραδειγματισμό των άλλων. Οι σοβαρότεροι αναλυτές υποστήριζαν ότι με τα μακροοικονομικά δεδομένα της η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να επιβιώσει στο ευρώ. Κοιτούσαν όχι μόνο το δημόσιο έλλειμμα και χρέος, αλλά κυρίως το εμπορικό έλλειμμα, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και τον τεράστιο καθαρό εξωτερικό δανεισμό της χώρας. Και συμπέραιναν ότι χρειαζόταν τέτοιας έκτασης προσαρμογή και εσωτερική υποτίμηση, που η κοινωνία δεν θα άντεχε. Τούτου δοθέντος, κουνούσαν με συμπάθεια το κεφάλι στην ελληνική τραγωδία, γνωρίζοντας ότι, αντίθετα ίσως με την Ιταλία, η Ελλάδα δεν θα είχε εναλλακτικό μέλλον εκτός ευρώ, όπου θα οδηγείτο σε ταχεία βαλκανιοποίηση.

Αυτά τα αρνητικά δεδομένα έχουν ως επί το πλείστον ανατραπεί. Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη προσαρμογή στον Νότο. Με τρομερές θυσίες (1,3 εκατομμύρια άνεργοι, μια μεσαία τάξη στα γόνατα από τους φόρους), η ελληνική οικονομία διεκδικεί τη βιωσιμότητα στο ευρώ. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών είναι πια 4% (από 15% το 2008), ενώ βρισκόμαστε ξανά (για πρώτη φορά μετά το 2002) μια ανάσα από το πρωτογενές πλεόνασμα. Χάρη στο εύρος της προσαρμογής, η Ελλάδα απέκτησε διαπραγματευτική δύναμη που δεν είχε λόγω του μικρού μεγέθους, του παρελθόντος αναξιοπιστίας και της απελπιστικής κατάστασης της οικονομίας της. Σχηματίζεται πια ένα συμπαγές μέτωπο του Νότου, μαζί με τη Γαλλία, που θα διεκδικήσει τον επαναπροσανατολισμό της Ευρωζώνης. Αυτή η μεγάλη διαπραγμάτευση θα γίνει, αλλά μάλλον όχι πριν από τις γερμανικές εκλογές. Σκόπιμο είναι μέχρι τότε να μην έχουμε κάψει διαπραγματευτικό κεφάλαιο, απέναντι σε μια Ευρώπη που έχει κατεβάσει για την ώρα τα ρολά.

Οσο σαφές είναι ότι περαιτέρω μειώσεις μισθών και αυξήσεις φόρων δεν μπορούν να συνεχίζονται, άλλο τόσο προφανές είναι ότι χωρίς τήρηση των δεσμεύσεων και συνεπή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων οι θυσίες θα πάνε χαμένες. Αυτά θα πρέπει να αναλογίζεται η κυβέρνηση τώρα που η τρόικα επιστρέφει για να ελέγξει την υλοποίηση ορισμένων από τα όσα θα έπρεπε προ πολλού να είχαμε κάνει από μόνοι μας. Παράδειγμα; Ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν εισπράττονται, σοβαρές καταγγελίες μεγάλης φοροδιαφυγής δεν διερευνώνται, το κομματικό κράτος στις εφορίες αντιστέκεται. Η συγκεκριμενοποίηση του προγράμματος «κινητικότητας» στο Δημόσιο καρκινοβατεί. Η επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης μοιάζει με κακόγουστο αστείο. Οσο αυτά σέρνονται, η λιτότητα θα οξύνεται και η ύφεση θα βαθαίνει.

Μέσα στο 2013 η Ελλάδα θα χρειαστεί νέα ευρωπαϊκή στήριξη, με τη μορφή ενός νέου «κουρέματος» χρέους και ενός γενναίου προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και καταπολέμησης της ανεργίας. Χωρίς ισχυρότερα αντισταθμιστικά μέτρα από την Ευρωζώνη, ο αγώνας προσαρμογής του ευρω-Νότου μέσω της ύφεσης θα είναι οικονομικά ατελέσφορος και πολιτικά καταδικασμένος. Αλλά για να προκύψει η μεγάλη συμφωνία-πακέτο προς το τέλος του 2013, πρέπει ο Νότος και η Ελλάδα να έχουν κλειδώσει (α) ασφαλές πρωτογενές πλεόνασμα, (β) βιώσιμο εξωτερικό ισοζύγιο, (γ) τη μέγιστη υλοποίηση των συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων. Υπό αυτά τα δεδομένα, και με το μάτι στη «μεγάλη εικόνα», μπορούμε να υποδεχτούμε ξανά την τρόικα.

* Ο κ. Γ. Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

από την Καθημερινή

Advertisements