της Εύης Δεληπέτρου

Ζούμε, αλήθεια, σε μία εποχή Ευρωπαϊκού εμφυλίου ανάμεσα στους «Βόρειους» και τους «Νότιους»; Με αφορμή τις τρέχουσες δραματικές εξελίξεις στην Κύπρο, θα θέλαμε να επισημάνουμε μια άποψη που φαίνεται πως κινδυνεύει να γίνει κοινός τόπος στο πως αντιλαμβάνονται πολλοί σχολιαστές το ζήτημα της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής αλλά και της ευρωπαϊκής πολιτικής γενικότερα. Διαμορφώνεται, λοιπόν, η άποψη ότι αν και υπάρχουν ευθύνες και στις πολιτικές ηγεσίες και τις κοινωνίες του «Νότου», το μεγάλο πρόβλημα αυτή τη στιγμή για την Ευρώπη είναι η πολιτική ηγεσία της Γερμανίας και ένας επεκτατικός πολιτικός και οικονομικός σχεδιασμός της Γερμανικής ελιτ, η οποία αντιλαμβάνεται την Ευρωζώνη ως lebensraum για την οικονομική επέκταση της Γερμανίας. Πάνω σ’ αυτόν τον κοινό τόπο θα θέλαμε να διατυπώσουμε τις παρακάτω σκέψεις:

1. Στην περίπτωση της Κύπρου η αρχική Γερμανική πρόταση φαίνεται ότι ήταν αυτή που όχι μόνο ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αλλά και αυτή που εστίαζε στις κύριες αιτίες της κρίσης, εντοπίζοντας τες στους μεγαλοκαταθέτες και μετόχους των δύο μεγάλων τραπεζών, προστατεύοντας παράλληλα τους καταθέτες μέχρι τις 100.000 ευρώ. Αντίθετα, η Κυπριακή ηγεσία μάλλον φαίνεται ότι έδειξε μεγαλύτερη ευαισθησία για τους μετόχους και τους μεγαλοκαταθέτες, στους οποίους βέβαια περιλαμβάνονταν και οι καταθέσεις της Εκκλησίας, που υποκριτικά διέθεσε “ολόκληρη την περιουσία της” μάλλον για να τη διαφυλάξει. Στην πράξη δηλαδή, οι Γερμανικές προτάσεις προστάτευαν καλύτερα τα συμφέροντα του Κυπριακού λαού, σίγουρα πολύ καλύτερα από την πολιτική του ηγεσία, η οποία υπό τον κ. Χριστόφια, και ενώ εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον ήταν γνωστή η ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης των δύο τραπεζών, “εξαργύρωνε” προκαταβολικά με λόγια του αέρα τα δισεκατομμύρια του φυσικού αερίου και καθησύχαζε τον Κυπριακό λαό λίγο πριν από το βέβαιο θάνατο.

2. Η Γερμανική πρόταση συνετέλεσε σε σαφή αλλαγή προσανατολισμού στην Ευρωπαϊκή πολιτική και στη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής που θα περιορίζει τη δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, θα περνά την ευθύνη των επενδυτικών αποφάσεων στους μετόχους και τους μεγαλοκαταθέτες , δεν θα ρίχνει τα βάρη στους φορολογούμενους πολίτες, δίνοντας το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να σταματά να χρηματοδοτεί μη βιώσιμους πιστωτικούς οργανισμούς. Η Γερμανική πολιτική φαίνεται έτσι ότι αρχίζει να κινείται σε πιο “σοσιαλδημοκρατικές” κατευθύνσεις και τέλος πάντων σε κατευθύνσεις υπέρ των οποίων εδώ και τρία χρόνια η Αριστερά στην Ευρώπη υποτίθεται ότι επιχειρηματολογεί. Ενώ λοιπόν και το γερμανικό SPD και οι γάλλοι σοσιαλιστές συντάχθηκαν σχεδόν απόλυτα σ’ αυτή τη στροφή, η πάντα αργοπορούσα “Αριστερά του Νότου”, της οποίας τα “αριστερά αντανακλαστικά” σε επίπεδο διαμαρτυρίας είναι ιδιαίτερα οξυμμένα, κραυγάζει για μια ακόμα φορά: “Θα πρέπει η ΕΕ να δείξει αλληλεγγύη”. Μα το ερώτημα είναι αλληλεγγύη σε ποιους; Στους μετόχους και μεγαλοκαταθέτες τραπεζών που λήστεψαν όχι μόνο τον ρωσικό αλλά όπως φαίνεται εν τέλει και τον κυπριακό λαό;

3. Φαίνεται επίσης ότι με γεωστρατηγικούς αλλά πρωτίστως με πολιτικούς όρους, ένα τουλάχιστον τμήμα της ”Αριστεράς του Νότου” είναι έτοιμο να συνταχθεί με μία στην ουσία νεοσταλινική, εθνικιστική Ρωσία, η οποία παραβιάζει σχεδόν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της, διοικούμενη από τον πιο πλούσιο Ευρωπαίο, σύμφωνα με τον Luke Harding μέχρι πρότινος ανταποκριτή του Guardian στη Μόσχα, με προσωπική περιουσία που υπολογίζεται γύρω στα 50 δις, και τους ομοίους του. Την ίδια στιγμή, η ίδια Αριστερά σχεδόν καθημερινά στοχοποιεί τη Γερμανική φιλελεύθερη δημοκρατία ως “ναζισμό με άλλα μέσα”. Όποιος έχει ζήσει ή έχει επαφή με τη Γερμανική κοινωνία μπορεί να κατανοήσει εύκολα το πόσο επικίνδυνη, ανιστόρητη και εντελώς ανόητη είναι μια τέτοια στάση απέναντι σε μία κοινωνία, που παρά τα όποια προβλήματα, είναι βαθιά δημοκρατική. Αλήθεια, ποια ακριβώς συζήτηση έγινε και γίνεται στη Ρωσική κοινωνία, μετά από πάνω από 20 χρόνια δημοκρατίας, για τα σταλινικά εγκλήματα; Τα τελευταία χρόνια οι ιστορικές μελέτες στη Δύση φέρνουν στο φως στοιχεία για τις εκκαθαρίσεις δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είτε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και του πολεμικού κομμουνισμού, είτε την περίοδο της καταναγκαστικής κολλεκτιβοποίησης, είτε κατά τις περιόδους της εκβιομηχάνισης και των συνεχόμενων λιμών, είτε, βέβαια, κατά την τρομοκρατία του τέλους της δεκαετίας του ’30 και την επέκταση του αρχιπελάγους των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας. Ποια συζήτηση, αλήθεια, γίνεται για όλα αυτά στην ίδια τη Ρωσία ή στα πλαίσια της “Αριστεράς του Νότου”, αντίστοιχη με αυτήν που έγινε και συνεχίζει να γίνεται στη Γερμανία για το ναζισμό; Ποια συζήτηση γίνεται για τις πρόσφατες δολοφονίες δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων και τη σημερινή κατάσταση στη Ρωσία; Μία τέτοια συζήτηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για όσους από εμάς πιστεύουμε σε μία δημοκρατική Ρωσία, που θα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρωπαϊκής Κοινοπολιτείας.

4. Από πολλές πλευρές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει πολιτική και να εγκαταλείψει τις πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτός ο ισχυρισμός προβάλλει ως εναλλακτική λύση μία κεϋνσιανής κατεύθυνσης οικονομική πολιτική, η οποία ποτέ μέχρι τώρα δεν έγινε συγκεκριμένη και για αυτό δεν είναι πειστική. Οι κεϋνσιανού τύπου πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν, ήταν σχεδιασμένες για συνθήκες έθνους-κράτους και για εποχές που το σημερινό επίπεδο παγκοσμιοποίησης ήταν μάλλον σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η Ευρώπη σήμερα αντιμετωπίζει έναν ανταγωνισμό καινούργιου τύπου, όχι από την “περιφέρεια” αλλά από ένα νέο καπιταλιστικό “κέντρο”, όχι αναπτυσσόμενο αλλά αναπτυγμένο, πολύ πιο φθηνό, πολύ πιο κινητικό, πολύ πιο ευέλικτο. Η πρόκληση της υπεράσπισης του κοινωνικού μοντέλου των Ευρωπαϊκών κοινωνιών, της διατήρησης και επέκτασης των πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών, της ανάπτυξης και της διαμόρφωσης ενός σύγχρονου, ενεργού πολίτη, είναι μία πρόκληση κοσμοϊστορικής σημασίας, που απαιτεί σκέψη, διαβούλευση, επινοητικότητα και θα διαρκέσει αρκετά χρόνια. Η μάχη αυτή είναι πρωτόγνωρη και όσοι διατείνονται πως η συνταγή είναι απλή και εύκολη, είναι απλά ανόητοι. Αυτή η μάχη είναι μια μάχη που και οι λαοί του Νότου μπορούν να δώσουν μόνο ως Ευρωπαίοι πολίτες, που θα κατανοούν τη σημασία συνεννόησης, συζήτησης και συνδιαλλαγής. Μόνο σε τέτοια πλαίσια, οι στρατηγικές διαπραγμάτευσης μπορούν να έχουν νόημα και να είναι αποτελεσματικές. Μόνο σε τέτοια πλαίσια μπορούν να διαμορφωθούν νέες πολιτικές ανάκαμψης, που θα αναιρούν στην πράξη τις πολιτικές λιτότητας και θα δημιουργούν τους όρους για ένα νέο μοντέλο κοινωνικής ανάπτυξης για όλους τους Ευρωπαϊκούς λαούς.

5. Αυτό που και η Κυπριακή κρίση κάνει φανερό είναι ότι η Ε.Ε. αποτελεί το μόνο αξιακό, γεωπολιτικό αλλά και οικονομικό πλέγμα προστασίας, το οποίο μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη, την ανάκαμψη και την πολιτική και κοινωνική αλλαγή. Κατανοούμε, πιθανά καλύτερα σήμερα, ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων αλλά και του μέλλοντος των πολιτών κάθε χώρας, είναι εντελώς απαραίτητο να γίνεται όχι απλά στα πλαίσια της Ε.Ε. αλλά από τη σκοπιά Ευρωπαίων πολιτών της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ιταλίας κ.λ.π. Η δημοκρατική Γερμανία, για παράδειγμα, δεν είναι κατάκτηση μόνο του Γερμανικού λαού αλλά και κάθε Ευρωπαίου πολίτη και είναι απαραίτητο να αξιολογείται ως τέτοια. Η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής που θα υπερασπιστεί αποτελεσματικά τους Ευρωπαίους πολίτες θα είναι και αυτή κατάκτηση όλων των Ευρωπαϊκών λαών, στο βαθμό που θα αποφασίσουν να σκέφτονται, να διαλέγονται και να πολιτεύονται με συναίσθηση της ιστορικής σημασίας της υπεράσπισης της συμμετοχής τους στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Τι θα γινόταν, άραγε, αν τελικά επικρατούσε στην Κύπρο η άποψη του κ. Χρυσόστομου, που παρότρυνε “να προχωρήσουμε μόνοι μας”;

Σε ένα κείμενο του λίγο πριν πεθάνει ο Goethe διατύπωσε μια κλίμακα αξιών. Στον πυθμένα της τοποθέτησε αυτούς που δεν αναγνωρίζουν παρά μόνο τα συγγενικά τους πρόσωπα, αυτούς που κλείνονται σε ένα μυωπικό εαυτό και δεν ανοίγονται προς τους άλλους, αυτούς που είναι έτοιμοι να ανακαλύψουν φαντασιακούς εχθρούς για να ξορκίσουν την αδυναμία τους. Όσοι, λοιπόν, σήμερα δεν βλέπουν παρά το “Βόρειο εχθρό”, απλώς μας καλούν να παραμείνουμε “Νότιοι”.

από τη Μεταρρύθμιση

Advertisements