του Βασίλη Βαμβακά

Σηκώνει η βία χιούμορ; Υπάρχει βίαιη «πλάκα»; Είναι δύο ερωτήματα που συνοψίζουν μια πολύ βαθιά στον χρόνο συζήτηση για τη φύση του γέλιου και των τρόπων παραγωγής του. Αλλοι έχουν τονίσει την επιθετικότητα που υποκρύπτεται προς το αντικείμενο διακωμώδησης (π.χ. Μπεργκσόν) ενώ άλλοι  έχουν τονίσει τους δεσμούς αλληλεγγύης που συνυφαίνουν οι χρήστες του κώδικα της καυστικής σάτιρας (π.χ. Μπαχτίν).  Οι πολλαπλές εκδηλώσεις χιούμορ που παρατηρούμε γύρω μας – από τα έντυπα και την τηλεόραση μέχρι το Διαδίκτυο – την περίοδο της κρίσης τείνουν να επαληθεύσουν και τις δύο προσεγγίσεις ταυτόχρονα. Αλλωστε, οι συνθήκες πολιτικής πόλωσης στον δημόσιο λόγο πάντοτε συνοδεύονταν από την ακραία διακωμώδηση του αντιπάλου, δημιουργώντας παράλληλα την αίσθηση μιας κοινής ταυτότητας σε αυτούς που συμμετείχαν στη διασκεδαστική διαπόμπευσή του. Αρκεί να θυμηθούμε τη δεκαετία του 1990 και πώς η αρνητική πολιτική διαφήμιση είχε χρησιμοποιηθεί, κυρίως στις σατιρικές εκφάνσεις της, για να διατηρήσει ψηλά τη δικομματική αντιπαράθεση, σε συνθήκες μάλιστα ιδεολογικής σύγκλισης.
Ουσιαστικά στην Ελλάδα ο ακραίος τρόπος διακωμώδησης των σατιριζομένων προσώπων και θεμάτων ήταν πάντα ο πιο δημοφιλής, ακόμη και όταν το χιούμορ απέκτησε πιο cool υφολογία, είτε επηρεαζόμενο από ξένες κωμικές σειρές είτε στο πλαίσιο της διαφήμισης και της μόδας.  Το «αγγλικό» χιούμορ και η σκωπτική ειρωνεία δεν βρήκαν πολλούς δημοφιλείς εκφραστές, αν εξαιρέσει κανείς το πεδίο της γελοιογραφίας ή της λογοτεχνίας. Ειδικότερα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης η προσπάθεια διατήρησης του επιθεωρησιακού είδους στην πιο εξευγενισμένη θεατρική μορφή του (Ελεύθερο Θέατρο, Ελεύθερη Σκηνή) δεν κράτησε πολύ και μετεξελίχθηκε γρήγορα, από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, σε διαγωνισμό ακροτήτων και βωμολοχίας εναντίον της πολιτικής, κυρίως, εξουσίας (κορυφαίο παράδειγμα οι παραστάσεις του Δελφινάριου).
Οι επιλογές διακωμώδησης  πάνω στον καμβά γκροτέσκο τεχνικών, κοροϊδευτικών μιμήσεων ή αναπαραγωγής της γελοιότητας της ίδιας της πραγματικότητας συνεχίστηκε στην εποχή του εμπορικού κινηματογράφου και της βιντεοκασέτας (π.χ. Στάθης Ψάλτης),  στον εκσυγχρονισμό της επιθεώρησης με στοιχεία standup comedy (Χάρρυ Κλυνν, Πανούσης)  αλλά και στην τηλεοπτική σάτιρα των ιδιωτικών καναλιών (Μαλβίνα Κάραλη, Μητσικώστας, Λαζόπουλος, Ράδιο Αρβύλα, Ελληνοφρένεια, Συντέλεια κ.λπ.). Ανεξάρτητα από τον βαθμό του διαρκούς φλερτ των περισσότερων κωμικών αυτών δημιουργιών με τον εθνολαϊκισμό και τον αντιεξουσιαστικό λόγο, αρκετές φορές κατέγραψαν με τρόπο αυτοσαρκαστικό και ευρηματικό σημαντικά στοιχεία αντιφάσεων της ελληνικής κοινωνίας και την αρχαϊκότητα των πολιτικών πρωταγωνιστών της.
Η μεγάλη διαφορά που υπάρχει σήμερα με το πρόσφατο παρελθόν της σάτιρας δεν είναι η επιθετικότητα των σχολίων της απέναντι στους δέκτες της αλλά η συχνή τάση διακωμώδησης ή δικαιολόγησης της βίας που εκδηλώνεται πολύμορφα. Από τα αστειάκια δημοφιλούς μηδενιστή μπλόγκερ, τόσο για τους δολοφονηθέντες στη Marfin όσο και για το πρόσφατο τρομοκρατικό χτύπημα στη Βοστώνη, τις αντισημιτικές κορόνες του Τζίμη Πανούση, τη διακωμώδηση της Μέρκελ ως ναζίστριας (από τον Λαζόπουλο έως τον Τράγκα) μέχρι την προσπάθεια μίμησης στη Συντέλεια του σκηνικού της επίθεσης του Κασιδιάρη στο ίδιο το θύμα (Λιάνα Κανέλλη), το χιούμορ εμφορείται από την ακραία βία, τη δικαιολογεί πολιτικά ή τη μιμείται χαριτωμένα.  Η ακραία διακωμώδηση παύει να απευθύνεται καυστικά είτε προς την κοινωνικοπολιτική ελίτ είτε προς τα λαϊκά ήθη και αρχίζει να κάνει πλάκα με τη βία, να χαριεντίζεται μαζί της, ακόμη και με τον θάνατο που προκαλεί. Αντιστρέφοντας τον Ταραντίνο, που φιλοτεχνεί κινηματογραφικά τον κυνικό και ανεξήγητο βαθμό της μεταμοντέρνας – ακραίας βίας, η ελληνική σάτιρα τείνει να της προσδώσει ένα πλαίσιο ιδεολογικής ή διασκεδαστικής νομιμοποίησης.
Ο λόγος του γέλιου, το χιούμορ δηλαδή, περιπλέκεται επικίνδυνα με τον λόγο του μίσους για πρώτη φορά τόσο έντονα. Ο έλεγχος και ο περιορισμός του χιούμορ που αναπαράγει το μίσος φυσικά και δεν είναι επιθυμητός ούτε και δόκιμος ο τρόπος αντιμετώπισής του. Το σημαντικό είναι να καταδεικνύεται το ζευγάρωμά τους και το ιδεολογικό πλαίσιο το οποίο προάγουν. Κάτω από τον μανδύα του μαύρου χιούμορ, κάτω από τα επαναλαμβανόμενα αστεία με τη ναζιστική στολή, όπως και κάτω από την ανώνυμη αθυροστομία του Διαδικτύου,  δεν κρύβεται η εύλογη αγανάκτηση από τις συνέπειες της πρωτοφανούς κρίσης, αλλά καθημερινές προσπάθειες χαριτωμένης εξοικείωσής μας με τη συμβολική και σωματική βία και με πρόσωπα που δεν επιθυμούν τη σημερινή δημοκρατία.
Advertisements