του Σπύρου Βλέτσα

Μεγάλα λόγια, απουσία σχεδίου, παράβλεψη κινδύνων και ανεύθυνες πράξεις χαρακτήρισαν τους Έλληνες ηγέτες που βρέθηκαν απέναντι στην οικονομική κρίση (Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου και Αντώνης Σαμαράς, ιδίως πριν την εξουσία), με αποτέλεσμα τη μεγάλη επιδείνωση της κατάστασης. Σ’ αυτό το τετράπτυχο φαίνεται να διαπρέπει και ο Αλέξης Τσίπρας.

Σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, απαντώντας στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων πάνω στο εναλλακτικό του σχέδιο ανέφερε τα παρακάτω: «για όλα όσα συζητάμε εμείς ανοιχτά και οι επεξεργασίες που κάνουμε ανοιχτά, το κάνουμε από κοινού και με πολύ σοβαρούς οικονομολόγους διεθνούς κύρους που είμαστε σε επαφή. Ξέρετε όμως εγώ… Μπορεί να διαφωνήσει ο Γ. Δραγασάκης, σε αντίθεση με αυτό που είχε πει κάποτε ο Κλίντον (Clinton), «it’ s the economy stupid», εγώ πιστεύω ότι είναι η πολιτική πάνω από όλα. Εγώ πιστεύω ότι πάνω απ’ όλα είναι η πολιτική. Κι ότι όλα τα σενάρια, όλες οι μελέτες, όλες οι αναλύσεις, τα papers που μπορεί να μας κάνουν οι καλύτεροι οικονομολόγοι, μπορεί να τα πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων, γιατί αυτό που επιβάλλει τη στάση των πραγμάτων είναι οι συσχετισμοί δύναμης και η πολιτική βούληση».

Οι φράσεις αυτές συμπυκνώνουν με εξαιρετικό τρόπο την προσωπική αντίληψη του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ για την πραγματικότητα και αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η πολιτική άποψη που εκφράζει. Ο Αλέξης Τσίπρας αναγορεύει την πολιτική βούληση και τους συσχετισμούς δυνάμεων στους καθοριστικούς παράγοντες που θα κρίνουν την έκβαση των πραγμάτων. Ισχυρίζεται ότι η πολιτική βούληση είναι ικανή να υπερβεί τις οικονομικές συνθήκες, απλώς αγνοώντας τες. Πρόκειται για την κυριαρχία της επιθυμίας πάνω στην πραγματικότητα. Αν ανατρέξουμε στις διαφημίσεις της εποχής της ευμάρειας και ειδικά σε εκείνες των τραπεζών και των πιστωτικών καρτών θα δούμε ότι αναγάγουν την επιθυμία σε ανάγκη. Ανάγκη την οποία είναι επιτακτικό αλλά και εφικτό να ικανοποιήσουμε μέσω του δανεισμού, απωθώντας τις σκέψεις για το κατά πόσο η επιθυμία μπορεί να πραγματοποιηθεί με το δεδομένο εισόδημά μας και για το πώς θα μπορέσουμε τελικά να ξεπληρώσουμε τα χρέη.

Η έντεχνη υιοθέτηση αυτής της αντίληψης των πραγμάτων εξηγεί, εν μέρει, και την επιτυχία του πολιτικού σχήματος που ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας. Η συνολική ανάγνωση της κρίσης γίνεται παρουσιάζοντας το μνημόνιο ως αιτία της χρεοκοπίας, αντί για αποτέλεσμά της. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτουν ότι το επίπεδο ζωής του 2009 ήταν εφικτό μόνον εφόσον υπήρχαν τα 24 δις που η Ελλάδα δανείστηκε τη χρονιά εκείνη για το πρωτογενές έλλειμμά της (εκτός από τα 12 που δανείστηκε για να πληρώσει τόκους). Αποκρύπτουν επίσης ότι εκείνο το επίπεδο ζωής προϋπέθετε τη ροή χρήματος από τις τρισκατάρατες αγορές -και κατέρρευσε μόλις οι αγορές έπαψαν να μας δανείζουν, διαβλέποντας τη χρεοκοπία.

Το ελληνικό κράτος που το 2002 ξόδεψε 27.3 δις, το 2009 χρειάστηκε 58.8 δις πάντα χωρίς τους τόκους. Την ίδια περίοδο οι επιχορηγήσεις των ασφαλιστικών ταμείων και ΔΕΚΟ από τον προϋπολογισμό αυξήθηκαν από 5.52 σε 20.8 δις. Τα χρήματα αυτά διαχύθηκαν μέσα από διάφορους δρόμους στην ελληνική οικονομία και τροφοδότησαν ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης για μεγάλα στρώματα του πληθυσμού με την ιδιωτική κατανάλωση να ξεπερνά το 70% του ΑΕΠ. Τη στιγμή που η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας κατρακυλούσε, το ελληνικό κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα δανεικά χωρίς να αποφύγει την ύφεση (το 2009 ξεπέρασε το3%). Τα δανεικά μετά από ένα μικρό κύκλο στην αγορά κατέληγαν ξανά στο εξωτερικό για να πληρώσουν τις εισαγωγές, οι οποίες το 2008 ήταν περισσότερες από τις εξαγωγές κατά 35 δις ευρώ.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει σήμερα τη μοναδική δυνατότητα να υπόσχεται την κατάργηση όλων των διατάξεων των μνημονίων αυτοστιγμεί, με ένα άρθρο, σε ένα νόμο, χωρίς να αισθάνεται την υποχρέωση να εξηγήσει πώς θα αναπληρώσει τα χρήματα εκείνα που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποφυγή των μνημονίων και την επαναφορά στο 2009, τη στιγμή μάλιστα που η πτώση του ΑΕΠ θα ανέβαζε κατά πολύ το ποσοστό του ελλείμματος της χρονιάς εκείνης. Ο συνήθης ισχυρισμός όλων των ελληνικών αντιπολιτεύσεων ότι θα εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους μέσα από την πάταξη της φοροδιαφυγής, χρησιμοποιείται ως απάντηση και από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ακόμη και αν θεωρήσουμε εφικτό να συγκεντρωθούν επιπλέον αρκετές δεκάδες δισεκατομμύρια από τη φοροδιαφυγή, οι παροχές που υπόσχονται προηγούνται της είσπραξης των φόρων. Με άλλα λόγια ισχυρίζονται ότι θα αυξήσουν άμεσα τις δαπάνες με χρήματα που δεν έχουν και που δεν μπορούν να δανειστούν, αλλά προσδοκούν να τα εισπράξουν μελλοντικά.

Αλλά και στο ζήτημα της φοροδιαφυγής, η στάση τους ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Όλοι θυμούνται την υποστήριξη που παρείχαν στελέχη του κόμματος στο αντάρτικο της Ύδρας το καλοκαίρι του 2012 και την αλληλεγγύη τους στους κατηγορούμενους για φοροδιαφυγή επιχειρηματίες του νησιού. Εφ’ όσον θεωρούν τη φοροδιαφυγή των συγκεκριμένων επιχειρήσεων δικαιολογημένη και τους ελέγχους άδικους, θα έπρεπε να προτείνουν την κατάργηση της φορολογίας και της απόδοσης του ΦΠΑ για όλες τις ανάλογου μεγέθους επιχειρήσεις. Κάτι τέτοιο όμως θα είχε ως συνέπεια την περαιτέρω μείωση των φορολογικών εσόδων.

Η δημόσια άρνηση του Αλέξη Τσίπρα να καταβάλει το «ειδικό τέλος ακινήτων» που του αναλογούσε καθιστά και τον ίδιο φοροφυγά. Τί είδους ανυπακοή είναι αυτή από κάποιον που ζητάει καθημερινά στην αύξηση των κρατικών δαπανών, το κόμμα του οποίου χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και ο ίδιος έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει, καθώς αμείβεται από το ελληνικό δημόσιο με μεγάλα ποσά; Σε όλες τις κοινωνίες η καταβολή των φόρων είναι υποχρεωτική και αρμόδια για τον καθορισμό τους, στις δημοκρατίες, είναι η πλειοψηφία του κοινοβουλίου. Αν η καταβολή των φόρων ήταν προαιρετική, τότε οι περισσότεροι συμπολίτες μας δεν θα τους πλήρωναν, άλλοι για οικονομικούς λόγους και άλλοι για λόγους συνείδησης, καθώς δεν θα ήθελαν να χρηματοδοτούν το πελατειακό κράτος.

Η άρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του κόμματός του να αναγνωρίσουν τις απαιτήσεις μιας δύσκολης και πολύπλοκης κατάστασης και να δώσουν σοβαρές απαντήσεις στα αμείλικτα ερωτήματά της αποδεικνύεται πολλαπλά επωφελής για τα άμεσα συμφέροντά τους. Έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο αντίληψης που τους επιτρέπει να καταστήσουν την αντιφατικότητά τους πλεονέκτημα, δημιουργώντας μια λεκτική και ηθικολογική υπέρβαση των ζητημάτων.

Η επιτυχία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται και στο ότι βρήκε πρόσφορο έδαφος σε δύο πολύ μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα συγκροτείται από εκείνους που εξασφάλιζαν μικρά ή μεγάλα προνόμια στα πλαίσια του ευρύτερου πελατειακού κράτους και η δεύτερη προέρχεται από τη νέα γενιά.

— Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα προνομιούχα στρώματα του δημοσίου και των ΔΕΚΟ, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που ανήκαν σε κλειστά επαγγέλματα, αλλά και όλοι εκείνοι από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα που δεν θέλησαν να κατανοήσουν ότι το προηγούμενο επίπεδο ζωής χάθηκε μαζί με τα δανεικά που το συντηρούσαν. Δεν είναι όλοι τόσο αφελείς, όμως, ώστε να πιστεύουν τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Η ταύτιση μαζί του είναι κυρίως πολιτισμική. Από τη στιγμή που οι κύριοι φορείς του πελατειακού κρατισμού το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ αναγκάστηκαν, έπειτα από πολλή αντίσταση, να σταματήσουν -όσο σταμάτησαν- να τροφοδοτούν το τέρας που δημιούργησαν, ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει την νοσταλγία και τη λατρεία του χαμένου παραδείσου συνδυασμένη με μια επαναστατική ρητορεία κατά των κακών ξένων που μας τον στέρησαν.

— Αν η πρώτη πρόσφορη για τον ΣΥΡΙΖΑ ομάδα αποτελείται από τους ευνοημένους της προηγούμενης κατάστασης, με τη δεύτερη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η νέα γενιά της σημερινής Ελλάδας πληρώνει μαζί με τους ανέργους το λογαριασμό για το πάρτι που προηγήθηκε. Την ώρα που οι πάντες κολάκευαν τους νέους σε μια ατέλειωτη «βουλή των εφήβων», τους φόρτωναν την εξόφληση των χρεών για τους διορισμούς, τη μη αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, τις συντάξεις στα 50 και τις κάθε είδους παροχές του πελατειακού κράτους. Παράλληλα η ανεπάρκεια της παιδείας, η διάλυση των πανεπιστημίων, τα κλειστά επαγγέλματα και ο προσανατολισμός της οικονομίας στη μη βιώσιμη κατανάλωση αντί της παραγωγής, στερούν από τη σημερινή νέα γενιά τις δυνατότητες απασχόλησης που έχει ανάγκη. Και εδώ η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην αποδοχή της ανάγνωσής του, η οποία συγκαλύπτει τις αιτίες της κρίσης και απαιτεί τη διαιώνισή τους. Κορυφαίο παράδειγμα είναι η υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ στους δημοσίους υπαλλήλους που προσελήφθησαν εκτός ΑΣΕΠ στα πλαίσια του πελατειακών σχέσεων και κλέβουν θέσεις εργασίας από νέους με προσόντα που θα μπορούσαν να προσληφθούν αξιοκρατικά. Οι νέοι που υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ αποδέχονται μια θέση άδικη και ανήθικη που αντιστρατεύεται τα ζωτικά δικαιώματά τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να αποκρύψει τη βαθιά συντηρητική του φυσιογνωμία και να προσεγγίσει τη νέα γενιά μέσω της αντισυμβατικότητας. Αυτή εκφράστηκε με μια ακραία ρητορική και ακτιβιστικές ενέργειες, όπως οι προπηλακισμοί πολιτικών αντιπάλων. Ενέργειες οι όποιες σταμάτησαν από τη στιγμή που τις υιοθέτησε η «χρυσή αυγή» (ΧΑ). Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τις απίστευτες ρητορικές εξάρσεις οι οποίες κλιμακώθηκαν με αποκορύφωμα τον ισχυρισμό του Αλέξη Τσίπρα ότι ο χειμώνας του 2012 θα είναι «ο χειρότερος από το χειμώνα του 1941».

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ενός ισχυρισμού από την πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτερα είναι τα κέρδη που αποφέρει σε εκείνον που τον υποστηρίζει, χάρη στο κλίμα ανορθολογικού εθνικο-λαϊκισμού που έχει διαμορφωθεί. Ένα κλίμα που ευνόησε επίσης τον προνομιακό συνομιλητή και ενδεχόμενο μελλοντικό σύμμαχο του Αλέξη Τσίπρα Πάνο Καμένο, αλλά τροφοδότησε και έναν ανταγωνισμό ατάκας μεταξύ τους. «Δοσίλογοι» λέει ο ένας, «μερκελιστές» απαντάει ο άλλος.

Το αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι ακόμη κι όταν οι στομφώδεις δηλώσεις του όπως «το μνημόνιο θα μας οδηγήσει εκτός ευρώ», «κατάρρευση τον Μάρτιο του ’13», «μακάρι να είχαμε γίνει Αργεντινή», «το περήφανο όχι της Κύπρου που δείχνει το δρόμο στις μνημονιακές κυβερνήσεις» διαψεύδονται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ο Αλέξης Τσίπρας δεν δείχνει να διδάσκεται τίποτε από τα παθήματά του και συνεχίζει ακάθεκτος. Μάλιστα στην περίπτωση της Αργεντινής το δράμα εξελίχθηκε κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια του, ενώ στην Κύπρο κατέρρευσε η θέση του για παραμονή στο ευρώ χωρίς μνημόνιο. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε με πείσμα να αρνείται να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και να επαναπροσδιορίσει την πολιτική του. Επειδή δεν μπορεί να υπάρχει τόση κραυγαλέα ιδεοληψία ούτε πλήρης ανικανότητα αντίληψης των πραγμάτων, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια αδίστακτη πολιτική κερδοσκοπία. Είτε απλώς μας εξαπατά γνωρίζοντας ότι αυτά που λέει δεν ισχύουν είτε -ακόμη χειρότερα- είναι διατεθειμένος να ρισκάρει τις ζωές των ανθρώπων και να διακινδυνεύσει μια τραγωδία με ανυπολόγιστες συνέπειες. Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ διεκτραγωδεί με τα μελανότερα χρώματα και αρκετή δόση υπερβολής τη σημερινή πολύ δύσκολη κατάσταση της Ελλάδας, χωρίς να νοιάζεται για το αν η στάση του λειτουργεί υπέρ του βαθέματος της κρίσης.

Στο πλαίσιο των εύκολων λόγων εντάσσεται και η νέα θέση ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ για το μέτωπο των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, μέσα από την οποία θεωρεί ότι μπορεί να λύσει τα προβλήματα της Ελλάδας. Όμως οι λαοί της νότιας Ευρώπης μέσα από την ψήφο τους σε πρόσφατες εκλογές δεν έδειξαν να έχουν την ίδια αντίληψη με τον ΣΥΡΙΖΑ για την έξοδο από την κρίση. Σε πρόσφατη έρευνα της «πιου» μάλιστα, Ισπανοί, Ιταλοί και Γάλλοι δηλώνουν ότι προτιμούν τη μείωση των κρατικών δαπανών σε ποσοστά από 57 έως 81%. Στην ίδια έρευνα η πλειονότητα των ερωτηθέντων σε όλες τις χώρες θεωρούν ως πιο αξιόπιστη χώρα στην Ευρώπη τη Γερμανία, εκτός των Ελλήνων που θεωρούν… την Ελλάδα. Και στο θέμα της συμμαχίας των χωρών του νότου, ο Αλέξης Τσίπρας εφαρμόζει την προσφιλή του μέθοδο: αφού περιφρονεί πλήρως τη θέληση των λαών, προχωρά στην κατασκευή μιας αντεστραμμένης πραγματικότητας, φορτισμένης ιδεολογικά και ικανής να ικανοποιήσει τις αναζητήσεις του κοινού του.

Ο Αλέξης Τσίπρας ενσαρκώνει την μεγάλη ελπίδα των διάσημων ξένων υποστηρικτών του, καθώς μοιράζονται μαζί του το θαυμασμό για καταπιεστικές κοινωνίες και δικτάτορες όπως ο Μάο (Mao) και ο Κάστρο (Castro). Για να ανταποκριθεί καταφεύγει ενώπιών τους σε απλοϊκούς συλλογισμούς του είδους «θα πάρουμε τα χρήματα από τους πλούσιους και θα τα δώσουμε στους φτωχούς».Όμως έτσι δεν μπορεί να καλύψει την απουσία της ταξικής ανάλυσης που θα όφειλε να έχει ένα αριστερό κόμμα. Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει το γεγονός ότι εκτός από τους εργαζόμενους η κρίση ζημιώνει και το κεφάλαιο, δηλαδή τους βιομηχάνους και τους τραπεζίτες. Θεωρεί όλες τις δαπάνες του κράτους δικαιολογημένες, δεν εντοπίζει κανένα άδικο προνόμιο, δεν βλέπει ότι οι περισσότεροι πόροι για την κοινωνική πολιτική καταλήγουν σ’ αυτούς που δεν τους έχουν ανάγκη, αφήνοντας τους φτωχούς ακάλυπτους. Αρκείται στο να δηλώνει «Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνεται διαρκώς. Είναι πλέον εκτός ελέγχου και μη βιώσιμο». Είναι απίστευτο πώς αρχηγός κόμματος δεν μπορεί να κατανοήσει ότι εφόσον υπάρχουν πρωτογενή ελλείμματα το χρέος θα αυξάνει και ότι αν δεν εφαρμόζονταν πολιτικές που μειώνουν το έλλειμμα, αλλά εκείνες που το αυξάνουν -όπως οι 100,000 προσλήψεις που πρότεινε- το χρέος θα είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο.

Για τον Αλέξη Τσίπρα όλα αυτά είναι λεπτομέρειες, αφού μπορεί και υπόσχεται στους πολίτες μιας υπερχρεωμένης χώρας, ότι όχι απλώς θα αποκαταστήσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όσους το έχασαν, αλλά θα ξαναδώσει την πολυτέλεια που το κράτος παρείχε αφειδώς σε αρκετούς -και αυτός ήταν ένας από τους λόγους πού χρεοκόπησε. Η μεγάλη επιτυχία του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται και στο ότι έχει καταφέρει να συνδυάσει με μοναδικό τρόπο δύο συνήθως αντιφατικές μεταξύ τους αξίες, οι οποίες αποτελούν οράματα του ακροατηρίου του: την επανάσταση και την κατανάλωση. Όπως το περιέγραψε εύστοχα ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης «θέλουν ένα κράτος σαν της Κούβας που να μοιράζει «αρμάνι»».

Από πολύ νωρίς ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε επισημάνει: «ιδιαίτερα ιλαροτραγική παρουσιάζεται η θέση της «αριστεράς», η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα «λαϊκά αιτήματα», υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται «λαός»»…

Η κατανάλωση δεν πρέπει να ενοχοποιείται από μια πουριτανική ηθικολογική σκοπιά. Μπορεί να προσφέρει ικανοποίηση και να συμβάλει στη συγκρότηση της προσωπικής ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, αρκεί να ασκείται με σεβασμό στο περιβάλλον και την κοινωνική συμβίωση. Προϋπόθεση όμως για την κατανάλωση είναι η παραγωγή. Όποιος υπόσχεται κατανάλωση χωρίς παραγωγή, εξαπατά τους ακροατές του. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και οι δύο κατηγορίες των οπαδών του, που είδαμε παραπάνω, είναι πρόθυμες να εξαπατηθούν. Και τα ορφανά του πελατειακού κρατισμού και ένα μέρος των νέων βρίσκονται σε φάση βίαιου απογαλακτισμού από την αγκαλιά του προστάτη και τροφοδότη της ευμάρειάς τους, που ήταν το κράτος και η οικογένεια αντίστοιχα. Έχοντας συνηθίσει να βλέπουν την άνεση και την αφθονία ως δεδομένες και ανεξάρτητες από την προσπάθεια και τις συνθήκες, μετέτρεψαν την αντίληψή τους σε στάση ζωής και ιδεολογία. Ιδεολογία που βρήκε τον ιδανικό πολιτικό εκφραστή.

Όσα υπόσχεται ο Αλέξης Τσίπρας, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις σοσιαλιστικές του αναφορές, την Κίνα του Μάο, την Κούβα του Κάστρο και τη Βενεζουέλα του Τσάβες (Chávez). Κοινό χαρακτηριστικό των τριών καθεστώτων είναι -εκτός από την αυταρχική εξουσία- η μεγάλη έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, ακόμη και ειδών πρώτης ανάγκης. Ειδικά στην περίπτωση της Κούβας η φτώχεια και η ανέχεια επιχειρείται να αποδοθεί στο αμερικανικό εμπάργκο, παρότι η χώρα μπορεί να έχει εμπορικές σχέσεις με όλες τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Ισχυρίζονται ότι μετά από μισό αιώνα ένδοξης επανάστασης παραμένει εξαρτημένη από τη στάση του «κακού» γείτονά της. Και το λένε αυτοί που προτείνουν να διαγράψουμε μονομερώς το χρέος και να αγνοήσουμε τις υποχρεώσεις της χώρας.

Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε όμως. Αν δεν έρθει ο καταναλωτικός, ένας άλλος παράδεισος μας περιμένει. Το μέλλον προβλέπεται λαμπρό, όπως το σχεδιάζουν οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ στη διακήρυξή του, εμπνευσμένες από τα… μεγάλα διδάγματα της πολιτιστικής επανάστασης της Κίνας του Μάο: «για μας ο σοσιαλισμός αποσκοπεί τελικά στην κατάργηση των μεγάλων διακρίσεων ανάμεσα σε χειρωνακτική και διανοητική εργασία, σε διεύθυνση και εκτέλεση, σε πόλη και ύπαιθρο, στον κοινωνικό ρόλο των αντρών και των γυναικών. Αποσκοπεί τελικά στην απάλειψη των σχέσεων εκμετάλλευσης, στην κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και των πατριαρχικών σχέσεων και στην αρμονική συμβίωση κοινωνίας και φύσης».

από το The Books’ Journal μέσω Προοδευτικής Πολιτικής

Advertisements