του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Η «ντισκοτέκ / beach bar / εστιατόριο» Nammos στην Ψαρού της Μυκόνου εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε σταθερό σύμβολο της αντιμνημονιακής «χλιδαντίστασης». Τότε που άρχιζε η κρίση, κάπου εκεί γύρω είχε ακουστεί για πρώτη φορά το σύνθημα «δεν θα μας τα πάρεις τα Καγιέν / Όλι Ρεν, Όλι Ρεν», και έκτοτε η ετήσια καλοκαιρινή συναυλία πήρε τη μορφή μιας επιδεικτικής νοσταλγίας για τη νεοελληνική «φούσκα» της ευμάρειας, της αφθονίας και του νεοπλουτισμού. Μοντέλα, VIPs, τηλεπερσόνες, «παράγοντες», επιχειρηματίες του μαύρου χρήματος, φοροφυγάδες των off shore και συνοδοί πολυτελείας κοσμούσαν με την παρουσία τους τη γκλαμουράτη τελετή, αράζοντας στον επαρχιώτικο κοσμοπολιτισμό της ξαπλώστρας. Όταν επομένως φέτος ο Αντώνης Ρέμος εκστόμισε τα χυδαία ρατσιστικά του σχόλια για την Μέρκελ και τον Σόιμπλε ήξερε καλά πως το κοινό όχι μόνο θα δεχόταν ευνοϊκά το «χιούμορ του» αλλά θα το αντιμετώπιζε περίπου και ως «πολιτική παρέμβαση».

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Μια σειρά «αγαπημένων τραγουδιστών της νύχτας» (Notis, Πλούταρχος, και τώρα Ρέμος) μετατρέπουν την πίστα –προσφάτως και την πλωτή εξέδρα– σε βήμα πολιτικών δηλώσεων. Με τη γνωστή αργκό της μπουζουκομαγκιάς, επικαλούνται άλλοτε την «ελληνική περηφάνια», άλλοτε τη «σκληρή πραγματικότητα που ζούμε» και άλλοτε απλώς την προτίμηση τους για τη Χρυσή Αυγή προκειμένου να εκπροσωπήσουν τον κόσμο που γέμιζε κάποτε τα μαγαζιά τους. Αυτό όμως που μέχρι πρότινος ήταν απλώς μια κιτς διασκέδαση, τώρα αρχίζει και παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής πρόκλησης. Η «πίστα των αγανακτισμένων» καταγράφει τη δική της αντιμνημονιακή παρουσία, ανακατεύοντας το ρατσισμό με τους αστακούς, τις σαμπάνιες και τα βαριά ζεϊμπέκικα του «Ελληνάρα». Το branding της Μυκόνου έδωσε σε όλα αυτά την απαραίτητη καλοκαιρινή αύρα που χρειαζόταν ο καλλιτέχνης για ρίξει το γάντι στον Σόιμπλε.

Η «νύχτα» έχει τους δικούς της κώδικες. Και είναι απολύτως βέβαιο πως όσοι βρέθηκαν στη Nammos θέλησαν να δείξουν πως μέσα σε μια χρεοκοπημένη χώρα «αυτοί είναι ακόμη εδώ». Η «διάκριση», αυτή η πολιτισμική εντέλει κατηγορία που ξεχωρίζει και ιεραρχεί τους πολίτες με βάση το οικονομικό, ταξικό, κοινωνικό και κυρίως συμβολικό τους κύρος, συνδέεται και με την επίδειξη. Δεν έχει καμία σημασία ότι πάρα πολλοί από αυτούς έχουν ήδη βάλει τις επιχειρήσεις τους στο «άρθρο 99» για πτώχευση. Το να δείχνεις πως έχεις λεφτά μερικές φορές είναι πιο σημαντικό από το να έχεις λεφτά. Ο τζίρος του μαγαζιού εκείνη τη νύχτα της συναυλίας έφτασε τα 420.00 ευρώ ∙ ποσό μυθικό σε μια κοινωνία που ζει διαρκώς υπό την πίεση της μείωσης μισθών και συντάξεων. Κι επειδή στην Ελλάδα, η φοροδιαφυγή προϋποθέτει την επιδειξιομανία ως πολιτισμική συμπεριφορά, η Nammos είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός κυνισμού, που δείχνει πως οι «μαύρες» οικονομικές ελίτ υιοθετούν πλέον μια απροκάλυπτα αντικοινωνική στάση.

Η Μύκονος έγινε, για άλλη μια φορά, μια μικρή ετεροτοπία της κρίσης. Απαλλαγμένη από το βάρος των δυσβάσταχτων μέτρων, ξεφάντωσε ως το πρωί γελώντας με τα αστεία του Ρέμου για το αν θα σηκωθεί ο Σόιμπλε από το καροτσάκι στη θέα του εξάλιτρου πακέτου σαμπάνιας, που αφρίζει πάνω στην άμμο. Το ΣΔΟΕ τώρα καλείται να λύσει το αίνιγμα αν τα ποσά που δηλώθηκαν ανταποκρίνονταν σε αυτό που είδαν οι ελεγκτές με τα μάτια τους εκείνο το βράδυ. Αναμφισβήτητα οι υπάλληλοι θα κάνουν τη δουλειά τους, μιας και ήδη τα μαγαζί έχει ήδη καταδικαστεί με πρόστιμο 4 εκατομμυρίων ευρώ. Στα προηγούμενα χρόνια, σχεδόν 1 εκατομμύριο κόστιζε η τουριστική προβολή της Μυκόνου από τις δημοτικές αρχές. Ο κ. Στουρνάρας που γνωρίζει τα οικονομικά μεγέθη όφειλε να έχει συμπεριλάβει την παράμετρο αυτή στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο, που μόνο μεταρρυθμιστικό δεν είναι.

Το θέμα ωστόσο δεν είναι στενά οικονομικό. Αν κάτι μας ενδιαφέρει είναι η πολιτισμική και η πολιτική συνδήλωση που εγγράφεται στην «χλιδαντίσταση». Αν ένα κομμάτι των ξεπεσμένων ελίτ μαζί με ένα άλλο κομμάτι της «σκυλίσιας» κοινής γνώμης έχει πειστεί πως για την ελληνική κρίση φταίει η «καριόλα» η Μέρκελ και ο «πούστης» ο Σόιμπλε, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο pop εκφασισμού που θα το βρούμε μπροστά μας στις επικείμενες εκλογές. Κι είναι βέβαιο πως τότε «το νησί των ανέμων» θα θερίσει θύελλες.

«Είν’ η ψυχή μου συχνά, ένα σοκάκι στη Μύκονο», έγραφε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Κι ευτυχώς ο στίχος δεν έχει μελοποιηθεί για να τον τραγουδήσει κάποιος από όλους αυτούς που βάλθηκαν καλοκαιριάτικα να μας πείσουν ότι εκτός από το success story της κυβέρνησης υπάρχει και το σουξέ της Χρυσής Αυγής.

από το dimartblog.com

Advertisements