του Δημήτρη Μαργαρίτη

Ο αείμνηστος κοινωνιολόγος Κώστας Παπαϊωάννου (1925-1981), ένας από τους βαθύτερους γνώστες του έργου του Μαρξ, σταχυολόγησε και συγκέντρωσε τις απόψεις που εξέφρασε ο Μαρξ πάνω στη διεθνή πολιτική του καιρού του και, ειδικότερα, πάνω στην εξωτερική πολιτική της τσαρικής Ρωσίας, για την οποία ήταν ενημερωμένος όσο ελάχιστοι συγκαιρινοί του, και τις σχολίασε αναλυτικά στο κείμενο του 1968 Η Δύση και η Ρωσία, και στο κείμενο του 1967 Ο Μαρξ και η διεθνής πολιτική, που περιέχονται στον τόμο Μαρξ και μαρξισμός ΙΙ. Τάξεις και ιστορία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2012, σ. 181-227 και 229-281 αντίστοιχα.
Ασφαλώς οι θέσεις του Μαρξ θα εκπλήξουν τους ρωσόφιλους της ελληνικής αριστεράς, εξαιρουμένων βεβαίως των μελών της μικρής Ο.Α.Κ.Κ.Ε. που είναι οι μόνοι πιστοί στις φανατικά αντιρωσικές διαθέσεις των μαρξικών διδαχών. Μάλιστα το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι η σφοδρότητα της ρωσοφοβίας του Μαρξ δεν ήταν στιγμιαία έκλαμψη, αλλά διαχρονική εμμονή που επαναλαμβανόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τις διεθνείς υποθέσεις, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι «η λέξη τιμή δεν υπάρχει στη ρωσική γλώσσα».
Το σλαβικό συνέδριο της 2ας Ιουνίου 1848, στην Πράγα, σηματοδότησε την πρώτη μαζική εμφάνιση των Σλάβων στην ευρωπαϊκή σκηνή. Για τον Μαρξ, αυτή η επιθετική επάνοδος του σλαβισμού ήταν η άλλη όψη του θριάμβου της αντεπανάστασης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Γιατί η νίκη της αντεπανάστασης στην κεντρική Ευρώπη σήμαινε «τον θρίαμβο της Ανατολής πάνω στη Δύση, την ήττα του πολιτισμού από τη βαρβαρότητα. Στη Βλαχία, οι Ρώσοι και τα όργανά τους, οι Τούρκοι, καταπιέζουν τους Ρουμάνους· στη Βιέννη, οι Κροάτες, οι Πανδούροι, οι Τσέχοι, οι Σερεσκάνοι και τα υπόλοιπα αποβράσματα πνίγουν τη γερμανική ελευθερία και ο τσάρος είναι πανταχού παρών στην Ευρώπη».
Όταν ακόμα κι ένας Προυντόν φανταζόταν, στα 1855, ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Β´ επρόκειτο «να κηρύξει στη χώρα του την Επανάσταση» και τον έβλεπε ήδη «να σηκώνει στα χέρια του το σκήπτρο της προόδου», ο Μαρξ, αντίθετα, εξαπέλυε δριμύτατες επιθέσεις στους βλακώδεις θαυμαστές του «λευκού τσάρου». Στα 1860, ο Μαρξ διακήρυσσε: «Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας καθόλου δε νοιάζεται για αρχές, με την πιο κοινή σημασία της λέξης. Δεν είναι ούτε νομιμόφρων ούτε κι επαναστατική, αλλά χρησιμοποιεί με την ίδια επιδεξιότητα όλα τα προσχήματα που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν την εδαφική επέκταση του κράτους, αδιαφορώντας τελείως για το αν θα το επιτύχει με τη νίκη των εξεγερμένων λαών ή επωφελούμενη από τις δυναστικές διαμάχες».
Στην τάση των ρωσόφιλων να προβάλλεται η Ρωσία σαν «απελευθερωτής της ανθρωπότητας» και υπέρμαχος της ελευθερίας των καταπιεζόμενων εθνών, ο Μαρξ απαντούσε καυστικά: «Η τάση να παρουσιάζεται η Ρωσία σαν προστάτιδα του φιλελευθερισμού και των εθνικών πόθων δεν είναι καινούργια. Η Αικατερίνη Β´ υμνήθηκε από μια ολόκληρη κλίκα Γερμανών και Γάλλων φιλοσόφων σαν σημαιοφόρος της προόδου. Ο «ευγενής» Αλέξανδρος Α´ περνούσε, στον καιρό του, για ήρωας του φιλελευθερισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη […] Ο Νικόλαος χαιρετίστηκε επίσης, πριν από το 1830, σε όλες τις γλώσσες, σε στίχους και σε πρόζα, σαν ο ήρωας που έμελλε ν’ απελευθερώσει όλες τις εθνότητες. Έτσι, στα 1828-1829, ανέλαβε, εναντίον του Σουλτάνου Μαχμούτ Β´, τον πόλεμο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, μετά την άρνηση του Μαχμούτ να επιτρέψει σε μια ρωσική στρατιά να διασχίσει την επικράτειά του, προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση των ίδιων αυτών Ελλήνων».
Ο Μαρξ θεωρούσε ότι οι Ρώσοι δεν κάνουν καν τον κόπο να κρύψουν το παιχνίδι τους: «Σε ένα μνημόνιο, που είχε ετοιμάσει για τον σημερινό τσάρο η ρωσική κυβέρνηση, στα 1837, διαβάζουμε: «Η Ρωσία δεν θέλει να ενσωματώσει αμέσως κράτη που κατοικούνται από αλλοεθνείς […]. Ενδείκνυται περισσότερο, προκειμένου για χώρες για τις οποίες έχει αποφασιστεί να κατακτηθούν, να τις αφήνουμε να υπάρχουν για λίγο κάτω από τους δικούς τους ηγέτες, αλλά πλήρως εξαρτημένες από τη Ρωσία, όπως έχουμε κάνει με τη Μολδαβία, τη Βλαχία κ.λπ.». Έτσι, πριν προσαρτήσει την Κριμαία, η Ρωσία την κήρυξε ανεξάρτητη». Σας θυμίζει κάτι αυτό; Και τι να πούμε για τις γενιές των «μαθητών» του Μαρξ που χαιρέτησαν με ενθουσιασμό τις προσαρτήσεις των Ρώσων και ύψωσαν παντού κολοσσιαία αγάλματα προς δόξαν του Στάλιν, φτάνοντας στο σημείο να μεταβάλουν τα γενέθλιά του (21 Δεκεμβρίου) σε υποκατάστατο των Χριστουγέννων.
Στην Εναρκτήρια έκθεση της Διεθνούς Ένωσης των εργαζομένων (1864) ο Μαρξ πρόσθεσε μια παράγραφο με την οποία καλούσε το παγκόσμιο προλεταριάτο να «διεισδύσει στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής» και να πολεμήσει «τις αναρίθμητες επεμβάσεις αυτής της βάρβαρης δύναμης, το κεφάλι της οποίας βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και το χέρι της μέσα σε όλες τις κυβερνήσεις της Ευρώπης». Σε άλλο χωρίο της ίδιας Έκθεσης ο Μαρξ καυτηριάζει την «ξεδιάντροπη έγκριση, τη φαινομενική συμπόνια ή την ηλίθια αδιαφορία, με τις οποίες οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης παρακολούθησαν την κατάκτηση του Καυκάσου και τη δολοφονία της Πολωνίας από τους Ρώσους», γιατί η προσάρτηση του Καυκάσου και η συντριβή της εξέγερσης της Πολωνίας ήταν, κατά τη γνώμη του Μαρξ, «τα δύο σημαντικότερα γεγονότα στην Ευρώπη, από το 1815 και μετά».
Μπορούμε μόνο να φανταστούμε το τι θα έλεγε, αν γνώριζε την κατάργηση, το 1938, του πολωνικού κομμουνιστικού κόμματος που είχε ιδρύσει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, από τον «μεγαλοφυέστερο μαθητή» του, και τον εξανδραποδισμό των ηγετών του, που είχαν την αφροσύνη να αποδεχτούν τη φιλοξενία του. Κι αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στη «διπλή σταλινο-ναζιστική γενοκτονία, που ακολούθησε τον τέταρτο διαμελισμό της Πολωνίας στα 1939-1941» (Κ. Παπαϊωάννου). Όπως έχασε τη θέση της στη χορεία των ανεξάρτητων εθνών η Πολωνία, «αυτό το τερατώδες κατασκεύασμα της συνθήκης των Βερσαλλιών» σύμφωνα με τον Μολότοφ (Ομιλία ενώπιον του ανωτάτου Σοβιέτ, 31-10-1939), τα ίδια κινδυνεύει να πάθει σήμερα η Ουκρανία, αυτό το «τεχνητό κατασκεύασμα» (τίνος;) σύμφωνα με τους εν Ελλάδι ενθουσιώδεις θιασώτες του μοσχοβίτικου ιμπεριαλισμού. Βέβαια, ο Στάλιν προσπάθησε να εξολοθρεύσει όλους τους Ουκρανούς αλλά δεν τα κατάφερε, επειδή ήταν πάρα πολλοί.
Ο Μαρξ έγινε ο ιστορικός και χρονικογράφος του ρωσικού ιμπεριαλισμού για να τον καταπολεμήσει καλύτερα. Όπως θύμισε περήφανος μια μέρα στον Λασάλ, από τα πρώτα βήματά του στην επανάσταση του 1848, θεώρησε τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας «ως την επαναστατική αποστολή της Γερμανίας». Σε μιαν ομιλία του μπροστά στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, ο Μαρξ επιτέθηκε στους «υπερασπιστές της ειρήνης πάση θυσία, που θέλουν ν’ αφήσουν αποκλειστικά στα χέρια της Ρωσίας τη δυνατότητα να διεξάγει πόλεμο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά και μόνο η ύπαρξη μιας δύναμης όπως η Ρωσία θα ήταν αρκετός λόγος για να παραμείνουν ένοπλες οι άλλες χώρες».
Ο Μαρξ επιτίθεται με σκληρότητα στις άτολμες δυτικές δυνάμεις που «παραδίδουν την Ευρώπη στον τσάρο», υποκύπτοντας στα «σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας» και τις «ανήθικες» μεθόδους του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Θεωρώντας την ακεραιότητα της οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ανάχωμα στον τσαρικό επεκτατισμό, δεν δίστασε να συμμαχήσει με τους ιμπεριαλιστές του Ντισραέλι και με τους τόρηδες της παλιάς σχολής, όπως ο μονομανής «υπεραντιδραστικός» Ούρκουαρτ, κάτι που προκάλεσε την έκπληξη του Λασάλ. Ο Μαρξ του απάντησε πως «είναι προφανές ότι, σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής, φράσεις περί «επανάστασης» και «αντίδρασης» δεν έχουν κανένα νόημα».
Κατά τον πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856), που έφερε αντιμέτωπες την Αγγλία με τη Ρωσία, ο Μαρξ ανήκει στην ακραία πτέρυγα των υπέρμαχων του πολέμου, ζητώντας να διεξαχθεί μέχρις εσχάτων. Μοιάζει απίστευτο ότι το 1855 θα πει πως «η αγγλική ολιγαρχία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας κάτω από την πίεση του λαού», και το 1862 θα πει, πιο συγκεκριμένα, του προλεταριάτου. Κεντρική θέση στη σκέψη του Μαρξ κατέχει το θέμα της σύγκρουσης δύο κόσμων, της Ανατολής εναντίον της Δύσης, η προαιώνια μονομαχία ανάμεσα στη «βαρβαρότητα» και τον «πολιτισμό». Δεν πίστευε στην ισότητα των πολιτισμών αλλά στην πανίσχυρη ροπή της παγκόσμιας ιστορίας για την πλανητική επικράτηση της δυτικής νεωτερικότητας. Γι’ αυτό θριαμβολογούσε για την καθυπόταξη των αγροτικών και βάρβαρων λαών της Ανατολής από τα αστικά και πολιτισμένα έθνη της Δύσης.
Για τον Μαρξ, το κομβικό σημείο της ευρωπαϊκής κατάστασης βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, η οποία πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο μιας καινούργιας, τέταρτης σταυροφορίας: «Τώρα που ο βάρβαρος από τις παγωμένες όχθες του Νέβα έχει χώσει τα γαμψά του νύχια πάνω στη μυθική Κωνσταντινούπολη και τις ηλιόλουστες όχθες του Βοσπόρου […]. Η πάλη για την Κωνσταντινούπολη θέτει το ερώτημα αν ο δυτικός πολιτισμός θα υποχωρήσει μπροστά στον βυζαντινισμό, ή αν ο ανταγωνισμός τους θα οξύνεται όλο και περισσότερο και θα λάβει μορφές φοβερότερες από κάθε άλλη φορά».
Αηδιασμένος από «την έκδηλη ανικανότητα των δυτικών κυβερνήσεων να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του δυτικού πολιτισμού απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα», αφού οι Δυτικοί αντιστέκονται «όχι με κανόνια, αλλά με διπλωματικές νότες», ο Μαρξ εναπόθεσε τις ελπίδες του στην «προσμονή μιας παρέμβασης της Αμερικής». Θεώρησε καλό οιωνό – λέει ο Παπαϊωάννου – την άφιξη μιας αμερικανικής φρεγάτας στα χωρικά ύδατα της Σμύρνης: «Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο το ότι η αμερικανική παρέμβαση στην Ευρώπη αρχίζει από την Ανατολή. Γιατί, πέρα από την εμπορική και στρατιωτική σημασία της, η Κωνσταντινούπολη έχει τέτοια ιστορική σημασία, ώστε η κατοχή της έχει γίνει αντικείμενο μιας ανελέητης σύγκρουσης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Και η Αμερική είναι ο πιο νέος και ο πιο σφριγηλός εκπρόσωπος της Δύσης».
Για τον Μαρξ, το ρωσικό ζήτημα δεν περιείχε κανένα μυστήριο. Η ρωσική διπλωματία «βασίζεται σε μια πολύ απλή ιδέα: η Ρωσία δεν έχει κανένα κοινό συμφέρον με κανένα άλλο έθνος, αλλά το κάθε έθνος χωριστά οφείλει να πειστεί ότι έχει κοινά συμφέροντα με τη Ρωσία, αποκλείοντας κάθε άλλη δύναμη». Θα προσθέσει: «Το μόνιμο συμφέρον της Ρωσίας απαιτεί οι ευρωπαϊκοί λαοί, των οποίων είναι ο κοινός εχθρός, να αλληλοσπαράσσονται». Και με λίγη δόση ζωολογίας: «Η ρωσική αρκούδα είναι ικανή για όλα, ιδιαίτερα όταν γνωρίζει ότι οι ανταγωνιστές της, τα άλλα ζώα, δεν είναι ικανά για τίποτα».

Δημήτρης Μαργαρίτης, κοινωνιολόγος

Advertisements