Συχνά γίνεται λόγος για τη σχέση ποδοσφαίρου, με ιδιαίτερη έμφαση στις εθνικές ποδοσφαιρικές ομάδες, και πολιτικής κουλτούρας καθώς και πολιτιστικής παράδοσης μιας εκάστου χώρας ή ενός πολιτισμικού συνόλου. Με αφορμή τη λήξη του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου και την επιτυχία της Γερμανίας, θα ήταν ίσως χρήσιμο να προχωρήσουμε σε ορισμένους πρόχειρους συλλογισμούς.
Ο πρόσφατος τελικός έφερε αντιμέτωπες τις εθνικές ποδοσφαιρικές ομάδες δύο χωρών, της Γερμανίας και της Αργεντινής, που εκφράζουν ξεχωριστά πλέγματα στάσεων, συμπεριφορών και διαθέσεων, καθώς βυθίζουν τις ρίζες τους σε διακριτές παραδόσεις που διαμορφώθηκαν μέσα στην ιστορική ροή των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών εξελίξεων στις δύο ηπείρους.
Οι εθνικές ομάδες της νοτιοαμερικανικής ηπείρου που είθισται να πρωταγωνιστούν στις ποδοσφαιρικές διοργανώσεις του Παγκόσμιου Κυπέλλου (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη) ξεχωρίζουν λόγω μίας ή και περισσότερων επίλεκτων μονάδων (βλ. Βραζιλία 1986, 1998 και 2002), που ξεσηκώνουν τα πλήθη με περίτεχνες ενέργειες και αναλαμβάνουν να σηκώσουν το κύριο βάρος των επιθετικών πρωτοβουλιών. Οι ατομικές επιδόσεις που επιτυγχάνουν οι παίκτες-μαγνήτες αποτελούν το βαρόμετρο των επιτυχιών ή των αποτυχιών της ομάδας τους. Η ανάπτυξη του παιχνιδιού επικεντρώνεται στη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του ταλέντου και των τεχνικών ικανοτήτων των λίγων ξεχωριστών ατομικών μονάδων, ενώ η ομάδα έρχεται σε δεύτερη μοίρα χάριν των προσωπικών επινοήσεων του παίκτη-μεσσία. Ο Πελέ, ο Μαραντόνα, ο Ριβάλντο είναι οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις του προαναφερόμενου μοντέλου αθλητικής υπεροχής.
Ας μας επιτραπεί εδώ μια παρέκβαση: Η Λατινική Αμερική διαπρέπει σταθερά στην παραγωγή δημαγωγών και δικτατορίσκων ευρείας κοινωνικής αποδοχής, με πιο εμβληματικές περιπτώσεις εκείνες των Περόν στην Αργεντινή και του Βάργκας στη Βραζιλία μεταξύ των δεκαετιών του ’30 και του ’50. Τα αδέρφια Κάστρο στην Κούβα, ο Τσε Γκουεβάρα στην Γουατεμάλα, την Κούβα και τη Βολιβία, ο Τσάβες και ο Μαδούρο στην Βενεζουέλα, ο Μοράλες στη Βολιβία συμβολίζουν τη διαχρονική παρουσία αυτού του ιδιόμορφου αυταρχικού φαινομένου που σφραγίζει την ιστορία της Λατινικής Αμερικής.
Αν αποτολμούσαμε έναν, ενδεχομένως παρακινδυνευμένο, παραλληλισμό μεταξύ του ποδοσφαιρικού προτύπου που προκρίνεται από τις νοτιοαμερικάνικες εθνικές ομάδες και της πολιτικής κουλτούρας που εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη σε πλείστες όσες χώρες του νότιου τμήματος της αμερικανικής ηπείρου, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα πως η οργάνωση του παιχνιδιού στο γήπεδο γύρω από μια διακεκριμένη προσωπικότητα με ηγεμονικό ρόλο –στο πρόσφατο Μουντιάλ ο Μέσι για την Αργεντινή, ο Νεϊμάρ για τη Βραζιλία, ο Σουάρες για την Ουρουγουάη, ο Ροντρίγκεζ για την Κολομβία– αντιστοιχεί σε μια πολιτιστική και πολιτική παράδοση δεσποτισμού που ανάγεται ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα μέσω του φαινομένου του Caudillo, του χαρισματικού ηγέτη που επωμίζεται το ιστορικό φορτίο της λύτρωσης του ταπεινωμένου λαού από τους δυνάστες του. Το νήμα που συνδέει τους επίδοξους ποδοσφαιρικούς μεσσίες με τους πολιτικοστρατιωτικούς αυθέντες της Λατ. Αμερικής εντοπίζεται στη λατρεία της προσωπικότητας, στην εναπόθεση όλων των προσδοκιών αποκλειστικά στην ιδιοφυΐα τους, στην ειδωλοποίησή τους από τα λαϊκά πλήθη, τους συμπαίκτες ή τους πολιτικούς συνεργάτες τους. Ο καταποντισμός της Βραζίλιας ελλείψει Νεϊμάρ, η αποτυχία της Ουρουγουάης απόντος του Σουάρες, η ήττα της Αργεντινής λόγω της μέτριας εμφάνισης του Μέσι επιβεβαιώνουν τον βαρύνοντα ρόλο που αναλαμβάνουν οι παίκτες-ηγέτες των λατινοαμερικανών στις εθνικές ομάδες τους.
Στον αντίποδα αυτού του προσωποκεντρικού σχήματος, η σημερινή ποδοσφαιρική ομάδα της Γερμανίας, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα της Γηραιάς Ηπείρου, ξεδιπλώνει κατεξοχήν συλλογικές αρετές. Εάν η ανάδυση της προσωπικότητας, του αυτόνομου υποκειμένου που έχει επίγνωση του εαυτού του και των δυνατοτήτων του, έλαβε χώρα στον ευρωπαϊκό χώρο και πιο συγκεκριμένα στην αναγεννησιακή Ιταλία σύμφωνα με τον Μπούρκχαρτ, η ατομική διάσταση της ύπαρξης δεν διεκδίκησε ποτέ τα απόλυτα πρωτεία έναντι των συλλογικών τρόπων συνύπαρξης. Στον αγωνιστικό χώρο, η Γερμανία του Γιοακίμ Λεβ απέδειξε πως ο συνδυασμός ατομικής προσπάθειας και συλλογικής λειτουργίας είναι εφικτός. Οι άψογοι αυτοματισμοί, η εξαιρετική αλληλοκάλυψη των παικτών, η συνεχής συνεργασία και αλλαγή θέσεων των παικτών (το μπακότερμα του γερμανού τερματοφύλακα υπήρξε αποθέωση της ευρηματικότητας και του ποδοσφαιρικού θράσους) επικύρωσαν την αρμονική συνεργασία φαντασίας και προσωπικών ικανοτήτων που τίθενται όμως στην υπηρεσία του συνόλου για την ευόδωση της προσπάθειας.
Κάπου εδώ θα πρέπει ίσως να σταθούμε σε ένα σημείο που ευλόγως επέσυρε την ιερή οργή των εγχώριων υπερασπιστών της εθνικής καθαρότητας όλου του πολιτικού φάσματος. Τόσο σε επίπεδο επιλογής αθλητών (Μποάτενγκ, Κεντίρα, Οζίλ, Μουσταφί, Ποντόλσκι) όσο και σε επίπεδο αγωνιστικής ταυτότητας (συνδυασμός άριστης γερμανικής φυσικής κατάστασης και ισπανικού ποδοσφαίρου συνεχούς κυκλοφορίας και κατοχής της μπάλας) η ομάδα της Γερμανίας δίνει υλική υπόσταση στο σχέδιο του κοσμοπολιτισμού, ενός ιδεατού ευρωπαϊκού πολιτισμού ανεκτικού σε ποικίλες επιδράσεις, πέρα από άκαμπτους φραγμούς φυλής, εθνότητας ή κουλτούρας.
Ένας επιπρόσθετος λόγος, λοιπόν, να χαρούμε για το θρίαμβο της ομάδας της Γερμανίας, αφού τα συνεργατικά εγχειρήματα, πολυεθνοτικής μάλιστα προέλευσης, καρποφορούν χωρίς να καταπνίγουν την ατομική ιδιαιτερότητα.

Μπάμπης Πιρλικαγκός

Advertisements