Σχεδόν 15 χρόνια μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία επιστρέφει ση διεθνή σκηνή και βασιζόμενη στην αμερικανική αναποφασισικότητα και την ευρωπαϊκή διολίσθηση διατυπώνει με σαφήνεια την πρόθεσή της να συγκροτήσει με όλα τα μέσα ένα νέο πόλο εξουσίας. Εμφανίζεται ενδυναμωμένη από την θέση της στον ενεργειακό χάρτη και αξιώνει επιρροή σε έναν ζωτικό χώρο που εκτείνεται σε όλη σχεδόν την έκταση που κατελάμβανε η πρώην Σοβιετική Ένωση. Δεν φαίνεται καθόλου διατεθειμένη να επιτρέψει τον «εκδυτικισμό» των πρώην «σοβιετικών δημοκρατιών» όπως έδειξε η περίπτωση της Ουκρανίας, όπου η στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας παραμένει ωμή, παρότι προσχηματικά συγκεκαλυμένη. Αλλά δεν σταματάει εκεί. Βρίσκεται σε άμεση και έμμεση επικοινωνία με τις ευρωσκεπτικιστικές, ακροδεξιές και ναζιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, ενισχύοντας, ακόμα και χρηματοδοτώντας τα αντιευρωπαϊκά τους σχέδια. Στην περίπτωση της Ελλάδας έχει γίνει γνωστή η αλληλογραφία του θεωρητικού της ρωσικής επέκτασης Αλεξάντερ Ντούγκιν με τον προφυλακισμένο αρχηγό του ναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, η ανάρτηση σε ρωσικά μέσα υποκλαπέντων βίντεο με σκοπό την εσωτερική αποσταθεροποίηση (υπόθεση Μπαλτάκου) ενώ ένας προσεκτικός παρατηρητής μπορεί εύκολα να εντοπίσει τους τρόπους με τους οποίους η ρωσική κυβέρνηση εκφράζει τις θέσεις της στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Οι ανταποκριτές των μεγάλων δημοσιογραφικών οργανισμών στη Μόσχα εμφανίζονται στα δελτία ειδήσεων εκφράζοντας τις θέσεις που υπαγορεύει το Κρεμλίνο είτε γιατί ζώντας σε μια αυταρχική χώρα που συστηματικά δολοφονεί αντιφρονούντες δημοσιογράφους (όπως η Άννα Πολιτόφσκγια και δεκάδες άλλοι) φοβούνται για τη ζωή τους είτε γιατί αντλούν ποικίλα ωφέλη από την ευνοϊκή αντιμετώπιση της ρωσικής κυβέρνησης. Η περίπτωση της ουκρανικής κρίσης έδειξε όμως ότι το παλαιό ολοκληρωτικό καθεστώς, του οποίου η σημερινή ρωσική ηγεσία αποτελεί από πολλές απόψεις συνέχεια, διαθέτει και ενεργοποιεί μηχανισμούς προπαγάνδας ικανούς να πείσουν ένα έτσι κι αλλιώς εύπιστο και φιλικό κοινό όπως το ελληνικό για οτιδήποτε. Το πάθος ορισμένων δημοσιολόγων για τα «ρωσικά δίκαια» βάζει σε υποψίες για τη σχέση –ακόμα και οικονομικής- εξάρτησής τους από το ρωσικό καθεστώς, ενώ αρκετοί αναλυτές διεθνών σχέσεων διαθέτουν εμφανείς διαύλους επικοινωνίας με τους θεωρητικούς και τους επιτελείς της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, όπως φανερώνουν οι συχνές επισκέψεις στη Μόσχα, η πρόσκληση των γραφικών θεωρητικών της ρωσικής επέκτασης σε ημερίδες, η μετάφραση των βιβλίων τους κ.λπ. Πέρα από αυτές τις σχέσεις εξάρτησης, το ρωσικό καθεστώς φαίνεται να διαθέτει και έναν αρκετά αποτελεσματικό μηχανισμό χειραγώγησης των μίντια κια προπαγάνδας. Το ελληνικό κοινό, εγγενώς προβληματικό λόγω του δικού του υποκείμενου συμπλεγματικού και ανορθολογικού του νοσήματος, μπόρεσε να πειστεί πολύ εύκολα από την προπαγάνδα αυτή στην περίπτωση της Ουκρανίας. Θεώρησε λοιπόν «ναζιστικές» τις φιλοευρωπαϊκές ουκρανικές δυνάμεις υπερεκτιμώντας εξόφθαλμα με τη βοήθεια των «αντικειμενικών» ελληνικών μέσων ενημέρωσης το ρόλο του περιθωριακού Δεξιού Τομέα υποκύπτοντας στο ρωσικό μηχανισμό προπαγάνδας που παρήγαγε φωτομοντάζ, επεξεργασία οπτικοακουστικού υλικού και παρεμβάσεις στα σόσιαλ μίντια για να επιτύχει τους σκοπούς του. Το έργο όμως το έχουμε ξαναδεί. Πρόκειται για επανάληψη του ελληνικού, όχι μόνο πλατωνικού, έρωτα για τους σφαγείς της Σρεμπρένιτσα.

Advertisements