Σε πρόσφατο άρθρο του στο Project Syndicate ο Γιόσκα Φίσερ, συνιδρυτής μαζί με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ του κόμματος των Πρασίνων, τοποθετείται εν τη ρύμει του λόγου του για άλλη μια φορά εναντίον της πολιτικής λιτότητας που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε αρνητικά αποτελέσματα. Η επωδός αυτή εναντίον της λιτότητας επαναλαμβάνεται ελαφρά τη καρδία πολύ συχνά από τους ευρωπαίους Πράσινους και σοσιαλδημοκράτες, στους οποίους δεν μπορούμε κατά τ’ άλλα να πιστώσουμε κάποιο διαζύγιο με την πραγματικότητα.
Αυτό όμως που αποκρύπτεται με αυτήν την επιφανειακή, απερίσκεπτη, αξιωματική προσέγγιση είναι πως η εφαρμογή του Προγράμματος στην Ελλάδα ήταν κάτι περισσότερο από ελλιπής και επιλεκτική, γεγονός που από τη μία επιβεβαιώνει το μέγεθος του δομικού προβλήματος του λαϊκισμού και του πελατειασμού και από την άλλη εξηγεί γιατί η χώρα δεν ακολούθησε τα υπόλοιπα «θύματα» (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος, Ισπανία) στην έξοδο από το Μνημόνιο και την κρίση. Κάτω λοιπόν από το χαλί της γενίκευσης εναντίον της λιτότητας, δεν μπορεί να κρύβεται ούτε η άρνηση της Ελλάδας να εκσυγχρονίσει τη δημόσια διοίκηση και την οικονομία της ούτε η συναφής, σκανδαλώδης προστασία συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων ούτε η επιλεκτική εφαρμογή της περιοριστικής πολιτικής στους πιο αδύναμους κρίκους του πελατειακού συστήματος, τους outsiders, τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, τους ανέργους κ.λπ.
Στο δε λόγο του εναντίον της λιτότητας, ο Φίσερ φαίνεται να ξεχνά μερικές ιδιαίτερες παραμέτρους της ελληνικής οικονομίας σχετιζόμενες με τις περιβαλλοντικά εξόχως επιζήμιες καταναλωτικές μας συνήθειες, την υπερκατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, πολλές φορές μάλιστα προϊόντων πολυτελείας. Μια ματιά στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας ακόμα και σήμερα γεννά πολλά ερωτήματα σχετικά με το αναπτυξιακό μας μοντέλο, τις δυνατότητες διατήρησης ενός καταναλωτικού προτύπου βασισμένου στην παραγωγική υπανάπτυξη και στο δανεισμό, καθώς και το μέγεθος της οικολογικής επιβάρυνσης που ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο προκαλεί. Το ελληνικό όνειρο ήταν λοιπόν οικονομικά και οικολογικά θνησιγενές και για το ελληνικό ναυάγιο δεν φταίει η λιτότητα.
Η ρητορική εναντίον της λιτότητας, απευθυνόμενη στο ευρωπαϊκό ακροατήριο, προβληματίζει όχι μόνο για τη ντε φάκτο λαϊκιστική της χροιά, αλλά και για τις τερατώδεις συγγένειες που δημιουργεί με το λαϊκιστικό και ευρωσκεπτικιστικό στρατόπεδο εν γένει. Αν δεν είσαι δηλαδή και πολύ σίγουρος γι’ αυτό που υποστηρίζεις, απλά κοίτα ποιός συμφωνεί μαζί σου· μπορεί τότε να μην είναι και πολύ δύσκολο να καταλάβεις πως έχεις άδικο.
Τέλος, ας συλλογιστούμε τη θέση της Ευρώπης ως φθίνουσας δύναμης σε έναν παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη όπου αναδύονται νέες δυνάμεις και νέες απειλές. Έχουμε πράγματι την πολυτέλεια να αναβάλουμε τη θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω του περιορισμού των ελλειμμάτων και του ύψους του δημοσίου χρέους; Σε ένα τέτοιο ρευστό περιβάλλον είναι απαραίτητο να ενισχύσεις τη θεμελίωση της οικονομίας σου, να βασίζεσαι κατά το δυνατόν στις δικές σου δυνάμεις. Σε αυτή τη λογική είναι απολύτως δικαιολογημένη και υπερασπίσιμη η στρατηγική Ντράγκι –ή ακόμα η λησμονημένη γερμανική Agenda 2010- της «καθυστερημένης» παρέμβασης για την ποσοτική χαλάρωση σύμφωνα με την οποία η δίαιτα εξυγιάνσεως, η αποτοξίνωση, προηγείται αναγκαστικά της προσπάθειας ενδυνάμωσης.
Τα επιχειρήματα εναντίον της λιτότητας δεν μπορούν να αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα μιας προοδευτικής πολιτικής που δεν θέλει να ονομάζεται υποκριτική. Παρά τον κοινωνικά ευαίσθητο χαρακτήρα τους, αφού υπερασπίζεται ως επί το πλείστον το δικαίωμα της μεσαίας τάξης να διαφυλάξει το επίπεδο ζωής της και τις καταναλωτικές της έξεις, δεν πρέπει ποτέ να αποσυνδέονται από την οικολογική τους διάσταση και τη μακροχρόνια προοπτική διατήρησής τους μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον. Αλλά κυρίως δεν πρέπει επουδενί να υποκαθιστούν την ηθική και πολιτική προτεραιότητα της εξασφάλισης των χρειωδών για τους ασθενέστερους.

Θ.Π.

Advertisements