You are currently browsing the category archive for the ‘αναδημοσιεύσεις’ category.

του Γιάννη Βούλγαρη

Βαδίζουμε ολοταχώς προς έκτακτες πολιτικές εξελίξεις. Οποιο σενάριο και αν επαληθευτεί, συμφωνία ή μη συμφωνία με τους εταίρους, εκλογές ή όχι, περιλαμβάνει απότομες μεταβολές και δραματικές αναμετρήσεις. Η έκβαση αυτών των αναμετρήσεων είναι απρόβλεπτη. Είναι χαρακτηριστικό και θα το έχετε διαπιστώσει: ο καθένας μας ρωτά «τι βλέπεις; πού πάμε;» για να πάρει την απάντηση «πού να ξέρω, εδώ δεν ξέρει ο Τσίπρας». Μέσα σε αυτόν τον καθημερινό διάλογο που συχνά περιλαμβάνει και ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, καθρεφτίζεται το εν εξελίξει πολιτικό ατύχημα της χώρας. Το φιάσκο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το πολιτικό αδιέξοδο του ΣΥΡΙΖΑ, η αυτοακύρωση του κ. Τσίπρα και, από την άλλη, η αδυναμία των αντιπολιτεύσεων, πρωτίστως της ΝΔ και του κ. Σαμαρά. Ο πολιτικός χρόνος που θα κρίνει το μέλλον της χώρας έχει συντμηθεί. Περιορίζεται πια στις λίγες επόμενες ημέρες του Ιουνίου. Υπαρξιακά διλήμματα άμεσης τακτικής συναιρούνται με τη μακροχρόνια μοίρα του τόπου, τίθενται πλέον ταυτόχρονα και αλληλένδετα. Απαντώντας στο ένα, απαντάμε μεμιάς και στα υπόλοιπα. Συμφωνία ή χρεοκοπία. Ευρώ ή δραχμή. Ευρωπαϊκή δημοκρατία ή εθνολαϊκιστικός αυταρχισμός. Ας μη θεωρηθεί υπερβολή το τρίτο δίλημμα. Μια ισχυρή μειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδεολογικά και γεωπολιτικά, το πηγαίνει αλλού. Το λένε μόνοι τους οι άνθρωποι και οι περισσότεροι από αυτούς το έλεγαν από πάντα. Παραπέμπουν σαφώς στα αυταρχικά μοντέλα των μετακομμουνιστικών χωρών, με τις ολιγαρχικές δομές της εξουσίας, την πολιτικο-οικονομική διαπλοκή, την καταπίεση των διαφωνούντων και την εθνολαϊκιστική προπαγάνδα. Αν η χώρα χρεοκοπήσει, κάτι που είναι πλέον πολύ πιθανό, η κατάσταση ακραίας ιδεολογικοπολιτικής σύγχυσης θα ενισχύσει τέτοιες τάσεις.

Ολες οι πιο πάνω εξελίξεις δεν μας εκπλήσσουν. Ηδη πριν από τις εκλογές είχαμε επισημάνει ότι η χώρα κινδύνευε να βρεθεί εκτός ευρώ και Ευρώπης, όχι με βάση μια σαφή απόφαση αλλά «διά της διολισθήσεως». Δεν ήταν προφητεία αλλά καταγραφή των υπαρκτών τάσεων που σχετίζονταν πρωτίστως με τη φυσιογνωμία του επελαύνοντος τότε ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που δεν είχαμε υπολογίσει επαρκώς ήταν η αδυναμία, η σύγχυση και η αναποφασιστικότητα του κ. Τσίπρα.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση στην οποία τώρα έχουμε περιέλθει είναι αποτέλεσμα του πολιτικού αδιεξόδου του ΣΥΡΙΖΑ, που εξελίχθηκε σε πολιτικό αδιέξοδο της Ελλάδας. Ενα κόμμα που καβάλησε επιδέξια και κυνικά τη δικαιολογημένη λαϊκή δυσαρέσκεια χωρίς να νοιαστεί στοιχειωδώς να προετοιμαστεί να κυβερνήσει ή να συνεννοηθεί στο εσωτερικό του πώς θα κυβερνήσει. Γι’ αυτό όταν έγινε κυβέρνηση, έπεσε έξω σε όλα. Στην τακτική, στη στρατηγική, στο ύφος, στις συμμαχίες, στον υπολογισμό των συσχετισμών, στην τεχνοκρατική προετοιμασία. Το αποτέλεσμα ήταν μοιραίο. Η αποτυχία της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να σχεδιάσει και να ακολουθήσει μια ρεαλιστική και αποτελεσματική διαπραγμάτευση που θα ξαναέβαζε τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης, ήταν παταγώδης. Η ανάκαμψη που είχε σημειωθεί το 2014 ύστερα από πέντε χρόνια ύφεσης και εσωτερικής υποτίμησης, ακυρώθηκε και αντιστράφηκε. Μέσα στους τέσσερις αυτούς μήνες ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε πλιάτσικο τη χώρα. Πήρε τα λεφτά από τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, τους δήμους, τις περιφέρειες, τις δημόσιες επιχειρήσεις, τους δημόσιους οργανισμούς, το ΕΣΠΑ, τα δημόσια έργα, τα Ταμεία, τις πρεσβείες. Αυτά ήταν λεφτά των Ελλήνων και των Ελληνίδων τα οποία πήγαν για να πληρώσουν τους τόκους τους οποίους έως το 2013-14 πλήρωναν οι δανειστές μας. Και στο τέλος καταλήξαμε στα πρόθυρα μιας νέας χρεοκοπίας και στη στάση πληρωμών. Εμπρός στον δρόμο που χάραξε η Ζάμπια!
Ετσι, το παιχνίδι των υπεκφυγών, των ψευδαισθήσεων και των ψεμάτων του ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στο τέλος του. Τώρα μετακυλίει τα δικά του αδιέξοδα στη χώρα. Κατασκεύασε μια γενικευμένη αστάθεια για να αποφύγει τις αποφάσεις καθώς ήταν διχασμένος και ανίκανος να τις λάβει. Ο μετεωρισμός του πήγασε από την αντιφατικότητα της φυσιογνωμίας του. Επιβιώνει καλύτερα σε συνθήκες αστάθειας, σύγχυσης και κρίσης, γιατί ήταν το κόμμα της κρίσης. Ενα μικρό νεοκομμουνιστικό κόμμα διαμαρτυρίας πέτυχε να εκμεταλλευτεί τον κυρίαρχο εθνικολαϊκιστικό μύθο της «αντίστασης στους ξένους» και να επωφεληθεί από τα μεγάλα λάθη των αντιπάλων του, για να κερδίσει μια σχετική εκλογική πλειοψηφία χωρίς κατεύθυνση άλλη από την άρνηση. Οπως και να εξελιχθούν τα πράγματα, αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ τελειώνει εδώ. Αν καταλήξει σε συμφωνία θα δοκιμαστεί από εσωκομματικές συγκρούσεις και ρήγματα. Θα έχει λάβει εντούτοις μια εθνικά υπεύθυνη θέση, που θα δώσει την ευκαιρία στον κ. Τσίπρα να πρωταγωνιστήσει στην αναμόρφωση του κομματικού συστήματος. Αν, πάλι, ο ΣΥΡΙΖΑ καταφύγει στη ρήξη με την Ευρώπη και το ευρώ θα προκαλέσει μια μείζονα εθνική καταστροφή, που θα τον τσακίσει και τον ίδιο. Εχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε ότι το δεύτερο σενάριο είναι όλο και πιο πιθανό. Η δομική αδυναμία απόφασης μαζί με την αβουλία ή την αμφιθυμία της ηγεσίας Τσίπρα κατέληξαν στην ισχυροποίηση των νεοκομμουνιστικών ανακλαστικών και ιδεοληψιών του στενού κομματικού πυρήνα του 4%.
Οχι μόνο αριθμητικά αλλά κυρίως πολιτικά. Η πιθανότητα της ρήξης κέρδισε έδαφος στον κομματικό λόγο καθώς ο κομματικός αντίλογος δείλιαζε να αντιπαρατεθεί πολιτικά και στρατηγικά.
Αν γίνουν εκλογές στις αρχές Ιουλίου χωρίς να έχει υπογραφεί συμφωνία, θα είναι ένα άλμα στο κενό στο οποίο θα έχει οδηγηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί εγκλωβίστηκε στις αντιφάσεις του. Θα είναι εκλογές σε πρωτόγνωρες συνθήκες, με ένα κράτος χρεοκοπημένο και μια κοινωνία υπό διάλυση. Η μόνη γραμμή συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη με την Ευρώπη. Για πού; Αγνωστο. Αν και δικαιούμαστε να έχουμε τις υποψίες μας. Πάντως, σε αυτές τις εκλογές το διακύβευμα θα είναι απόλυτο. Ευρωπαϊκή ή τριτοκοσμική Ελλάδα; Απέναντι σε αυτό το διακύβευμα, το οποίο ενδέχεται να τεθεί εντός των επόμενων εβδομάδων, η φιλοευρωπαϊκή Ελλάδα θα πρέπει ταχύτατα να προετοιμάσει την ενιαία απάντησή της όσες δυσκολίες και αν έχει. Μια συμπαράταξη εθνικής ανάγκης. Μια πειστική κυβερνητική ομάδα επιπέδου Εθνικής Ελλάδας που θα ανακοινωθεί προεκλογικά και θα διεκδικήσει το μπόνους των 50 εδρών. Με περιορισμένη χρονικά θητεία, όσο χρειάζεται για να σταθεροποιηθεί και πάλι η θέση της Ελλάδας στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Μετά θα ανοίξει ο δρόμος για την ανασύνταξη του κομματικού συστήματος, καθόσον το υπάρχον είναι προφανώς μεταβατικό.
Μπορεί να υπάρξουν και άλλες ιδέες και άλλες εκτιμήσεις. Είναι πάντως σαφές ότι το παρόν σκηνικό οδεύει σε δραματικές ανακατατάξεις τις προσεχείς ημέρες. Οι κίνδυνοι πολιτικού ατυχήματος είναι πλέον χειροπιαστοί. Η κατάσταση θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα οδηγήθηκε παλαιότερα στον εμφύλιο και αργότερα στη δικτατορία. Κανείς πλην ελαχίστων δεν τα επιδίωξε, όλοι όμως έκαναν τα μικρά λάθος βήματα που οδήγησαν στη σύγκρουση και στον γκρεμό.
Ας ελπίσουμε ότι μένει ακόμα χρόνος να ανακοπεί το αρνητικό σπιράλ της εθνικής αυτοκαταστροφής. Ας ελπίσουμε ότι ο κ. Τσίπρας και οι νουνεχείς του ΣΥΡΙΖΑ θα συνειδητοποιήσουν πού οδηγούν τη χώρα και θα καταλήξουν σε μια συμφωνία στο και πέντε, παρότι η προοπτική γίνεται όλο και λιγότερο πιθανή. Ας ελπίσουμε ότι οι δυνάμεις της φιλοευρωπαϊκής Ελλάδας θα δείξουν τα πολιτικά ανακλαστικά που απαιτεί η φοβερή επιτάχυνση της συγκυρίας.
Advertisements

του Γιάννη Μιχελογαννάκη, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ

Κυρίες και κύριοι,

Από την αρχή στηρίξαμε το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ να γίνει κόμμα μελών και όχι συνιστωσών. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι ένα ενιαίο, πολυτασικό, πλουραλιστικό, ανοιχτό στην ύπαρξη ιδεολογικών και αξιακών ευαισθησιών, κόμμα.

Ο πλουραλισμός των απόψεων και η ελεύθερη έκφραση γνώμης είναι δικαίωμα και υποχρέωση όλων μας. Στη βάση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 21 του νέου καταστατικού, ιδρύουμε σήμερα την «Σοσιαλιστική Τάση».

Είμαστε μια μη συγκυριακή συλλογικότητα. Έχουμε κοινό ιδεολογικό προσανατολισμό και ήμαστε μακριά από αρχηγικές φιλοδοξίες και από την δημιουργία ενός νέου προϊόντος. Γινόμαστε μίγμα, το οποίο κρατά τις ιδιότητες των αρχικών συστατικών του, καθώς εδώ δεν μιλάμε για χημική ένωση αλλά για ένωση ανθρώπων.

Δεν υιοθετούμε την έννοια του πολυτασικού κόμματος, με την κυριαρχία του «και αυτό και αυτό».

Δεν υιοθετούμε την λογική του κόμματος Super market, με την κυριαρχία του «είτε αυτό, είτε αυτό».

Δεν υιοθετούμε λογικές μονολιθικότητας και αποκλεισμών.

Είμαστε μια διακριτή ιδεολογική τάση, που παλεύουμε να κατακτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνο το επίπεδο της οργανικής σύνδεσής του με το πολιτικό του ακροατήριο, που θα του δώσει την πολιτική δυνατότητα της αυριανής κυβέρνησης.

Αποδοκιμάζουμε τον εσωκομματικό ηγεμονισμό, τον δυναστισμό, την απολιτικοποίηση του κόμματος και την αποθέσμιση των εσωτερικών διαδικασιών.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν είναι τυχαία η ημέρα γέννησης της Σοσιαλιστικής Τάσης. Γεννιέται μια ημέρα που :

• Είμαστε υπερήφανοι για την ιστορία της Ελλάδας. Σαν σήμερα κερδίσαμε την Μάχη των Πλαταιών υπό των Παυσανία, το 497 πχ.

• Διεκδικούμε τον Διεθνισμό με ταυτότητα τον εξελληνισμό του. Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Κομφούκιος, το 551 πχ, εξελληνισμένη προσωπικότητα.

• Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πέρασε από εμάς ο διαφωτισμός και η αναγέννηση αλλά παλεύουμε για αυτά σε θέματα παιδείας. Σαν σήμερα το 1577 πεθαίνει ο Ιταλός ζωγράφος Τιτσιάνο (Βετσέλι), πατέρας της αναγέννησης.

• Διεκδικούμε τα δικαιώματα μας. Σαν σήμερα το 1789 η Γαλλική Εθνοσυνέλευσή υιοθετεί την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου. Όπως επίσης σαν σήμερα το 1660, λόγω σύγκρουσης με τον βασιλιά, καίγονται στο Λονδίνο τα βιβλία του φιλοσόφου John Milton.

• Είμαστε υπέρ του φιλελληνισμού. Σαν σήμερα το 1813 χάνει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης το δεξί του χέρι.

• Είμαστε φιλειρηνικοί. Σαν σήμερα το 1949 πέφτει ο Γράμμος και έχουμε το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

• Είμαστε πραγματικοί αναλυτές της Ιστορίας. Δεν υπήρξε συνωστισμός, σαν σήμερα το 1922 τα τελευταία ελληνικά τμήματα εγκαταλείπουν την Σμύρνη.

• Είμαστε διεκδικητικοί. Σαν σήμερα το 1952 η Γερμανία πληρώνει 3 δις γερμανικά μάρκα, πολεμικές αποζημιώσεις στο Ισραήλ. Όπως επίσης σαν σήμερα το 1994, το καθεστώς Ντεκτάς ανακαλεί την ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού.

• Είμαστε υπέρ της πατριωτικής αριστεράς και θεωρούμε κορύφωση ιστορική το ΕΛΑΣ. Σαν σήμερα το 1905, γεννιέται ο Άρης Βελουχιώτης.

• Σεβόμαστε την Ορθοδοξία. Σήμερα ανήμερα του Αγίου Φανουρίου, παραδοσιακά, φτιάχνουμε Φανουρόπιτα ως ευχαριστήριά προσφορά προς τον Άγιο και ως ένα είδος προληπτικής αίτησης βοήθειας για μελλοντικές απώλειες.

Εμείς κυρίες και κύριοι θα προσπαθήσουμε να προφυλάξουμε το ΣΥΡΙΖΑ από μελλοντικές απώλειες, γιατί πάθαμε και μάθαμε.

Πηγή εδώ

του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Η «ντισκοτέκ / beach bar / εστιατόριο» Nammos στην Ψαρού της Μυκόνου εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε σταθερό σύμβολο της αντιμνημονιακής «χλιδαντίστασης». Τότε που άρχιζε η κρίση, κάπου εκεί γύρω είχε ακουστεί για πρώτη φορά το σύνθημα «δεν θα μας τα πάρεις τα Καγιέν / Όλι Ρεν, Όλι Ρεν», και έκτοτε η ετήσια καλοκαιρινή συναυλία πήρε τη μορφή μιας επιδεικτικής νοσταλγίας για τη νεοελληνική «φούσκα» της ευμάρειας, της αφθονίας και του νεοπλουτισμού. Μοντέλα, VIPs, τηλεπερσόνες, «παράγοντες», επιχειρηματίες του μαύρου χρήματος, φοροφυγάδες των off shore και συνοδοί πολυτελείας κοσμούσαν με την παρουσία τους τη γκλαμουράτη τελετή, αράζοντας στον επαρχιώτικο κοσμοπολιτισμό της ξαπλώστρας. Όταν επομένως φέτος ο Αντώνης Ρέμος εκστόμισε τα χυδαία ρατσιστικά του σχόλια για την Μέρκελ και τον Σόιμπλε ήξερε καλά πως το κοινό όχι μόνο θα δεχόταν ευνοϊκά το «χιούμορ του» αλλά θα το αντιμετώπιζε περίπου και ως «πολιτική παρέμβαση».

Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Μια σειρά «αγαπημένων τραγουδιστών της νύχτας» (Notis, Πλούταρχος, και τώρα Ρέμος) μετατρέπουν την πίστα –προσφάτως και την πλωτή εξέδρα– σε βήμα πολιτικών δηλώσεων. Με τη γνωστή αργκό της μπουζουκομαγκιάς, επικαλούνται άλλοτε την «ελληνική περηφάνια», άλλοτε τη «σκληρή πραγματικότητα που ζούμε» και άλλοτε απλώς την προτίμηση τους για τη Χρυσή Αυγή προκειμένου να εκπροσωπήσουν τον κόσμο που γέμιζε κάποτε τα μαγαζιά τους. Αυτό όμως που μέχρι πρότινος ήταν απλώς μια κιτς διασκέδαση, τώρα αρχίζει και παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής πρόκλησης. Η «πίστα των αγανακτισμένων» καταγράφει τη δική της αντιμνημονιακή παρουσία, ανακατεύοντας το ρατσισμό με τους αστακούς, τις σαμπάνιες και τα βαριά ζεϊμπέκικα του «Ελληνάρα». Το branding της Μυκόνου έδωσε σε όλα αυτά την απαραίτητη καλοκαιρινή αύρα που χρειαζόταν ο καλλιτέχνης για ρίξει το γάντι στον Σόιμπλε.

Η «νύχτα» έχει τους δικούς της κώδικες. Και είναι απολύτως βέβαιο πως όσοι βρέθηκαν στη Nammos θέλησαν να δείξουν πως μέσα σε μια χρεοκοπημένη χώρα «αυτοί είναι ακόμη εδώ». Η «διάκριση», αυτή η πολιτισμική εντέλει κατηγορία που ξεχωρίζει και ιεραρχεί τους πολίτες με βάση το οικονομικό, ταξικό, κοινωνικό και κυρίως συμβολικό τους κύρος, συνδέεται και με την επίδειξη. Δεν έχει καμία σημασία ότι πάρα πολλοί από αυτούς έχουν ήδη βάλει τις επιχειρήσεις τους στο «άρθρο 99» για πτώχευση. Το να δείχνεις πως έχεις λεφτά μερικές φορές είναι πιο σημαντικό από το να έχεις λεφτά. Ο τζίρος του μαγαζιού εκείνη τη νύχτα της συναυλίας έφτασε τα 420.00 ευρώ ∙ ποσό μυθικό σε μια κοινωνία που ζει διαρκώς υπό την πίεση της μείωσης μισθών και συντάξεων. Κι επειδή στην Ελλάδα, η φοροδιαφυγή προϋποθέτει την επιδειξιομανία ως πολιτισμική συμπεριφορά, η Nammos είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός κυνισμού, που δείχνει πως οι «μαύρες» οικονομικές ελίτ υιοθετούν πλέον μια απροκάλυπτα αντικοινωνική στάση.

Η Μύκονος έγινε, για άλλη μια φορά, μια μικρή ετεροτοπία της κρίσης. Απαλλαγμένη από το βάρος των δυσβάσταχτων μέτρων, ξεφάντωσε ως το πρωί γελώντας με τα αστεία του Ρέμου για το αν θα σηκωθεί ο Σόιμπλε από το καροτσάκι στη θέα του εξάλιτρου πακέτου σαμπάνιας, που αφρίζει πάνω στην άμμο. Το ΣΔΟΕ τώρα καλείται να λύσει το αίνιγμα αν τα ποσά που δηλώθηκαν ανταποκρίνονταν σε αυτό που είδαν οι ελεγκτές με τα μάτια τους εκείνο το βράδυ. Αναμφισβήτητα οι υπάλληλοι θα κάνουν τη δουλειά τους, μιας και ήδη τα μαγαζί έχει ήδη καταδικαστεί με πρόστιμο 4 εκατομμυρίων ευρώ. Στα προηγούμενα χρόνια, σχεδόν 1 εκατομμύριο κόστιζε η τουριστική προβολή της Μυκόνου από τις δημοτικές αρχές. Ο κ. Στουρνάρας που γνωρίζει τα οικονομικά μεγέθη όφειλε να έχει συμπεριλάβει την παράμετρο αυτή στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο, που μόνο μεταρρυθμιστικό δεν είναι.

Το θέμα ωστόσο δεν είναι στενά οικονομικό. Αν κάτι μας ενδιαφέρει είναι η πολιτισμική και η πολιτική συνδήλωση που εγγράφεται στην «χλιδαντίσταση». Αν ένα κομμάτι των ξεπεσμένων ελίτ μαζί με ένα άλλο κομμάτι της «σκυλίσιας» κοινής γνώμης έχει πειστεί πως για την ελληνική κρίση φταίει η «καριόλα» η Μέρκελ και ο «πούστης» ο Σόιμπλε, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο pop εκφασισμού που θα το βρούμε μπροστά μας στις επικείμενες εκλογές. Κι είναι βέβαιο πως τότε «το νησί των ανέμων» θα θερίσει θύελλες.

«Είν’ η ψυχή μου συχνά, ένα σοκάκι στη Μύκονο», έγραφε ο Νίκος Εγγονόπουλος. Κι ευτυχώς ο στίχος δεν έχει μελοποιηθεί για να τον τραγουδήσει κάποιος από όλους αυτούς που βάλθηκαν καλοκαιριάτικα να μας πείσουν ότι εκτός από το success story της κυβέρνησης υπάρχει και το σουξέ της Χρυσής Αυγής.

από το dimartblog.com

της Βάσως Κιντή

Διαβάζω σε ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ του Πανεπιστημίου Αθηνών ότι η ομάδα φοιτητών που κράτησε σε ομηρία τα μέλη του Συμβουλίου του ΕΚΠΑ ήθελε απλώς να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά και κακώς το Συμβούλιο επέλεξε, αντί του διαλόγου και της διαβούλευσης, να καλέσει την Αστυνομία. Οι φοιτητές δεν ήρθαν για να διαμαρτυρηθούν, όπως δεν είχαν έρθει απλώς να διαμαρτυρηθούν πριν από τρεις μήνες σε άλλη συνεδρίαση του Συμβουλίου. Ηρθαν για να διαλύσουν τη συνεδρίαση, όπως την είχαν διαλύσει και τότε. Ηρθαν για να μας βρίσουν χυδαία, να μας λοιδορήσουν και να μας απειλήσουν όπως το έκαναν και την άλλη φορά. Αλλωστε, πώς μπορεί να γίνει διάλογος με βανδαλισμούς και αχαρακτήριστες ύβρεις («λαμόγια», «γερμανοτσολιάδες», «σιχαμένοι», «ξεφτιλισμένοι» κ.λπ.);

Αν είχαν ζητήσει να μιλήσουν με το Συμβούλιο για να ενημερώσουν, να διεκδικήσουν και να διαμαρτυρηθούν, είμαι σίγουρη ότι το Συμβούλιο με χαρά θα τους δεχόταν και θα τους άκουγε με προσοχή. Αν μάλιστα είχαν εκλέξει τον εκπρόσωπό τους στο Συμβούλιο, αυτός ή αυτή θα συμμετείχε κανονικά σε όλες τις συνεδρίες ψηφίζοντας για κάθε απόφαση. Δεν είχαν ζητήσει και δεν τους ενδιέφερε καμία συνάντηση. Αυτοί οι ελάχιστοι φοιτητές, που δεν εκπροσωπούν παρά μόνον τον εαυτό τους, ήθελαν να εκδιώξουν από το ίδρυμα το κορυφαίο του όργανο που έχει εκλεγεί δημοκρατικότατα από το 80% των καθηγητών. Ηθελαν να τρομοκρατήσουν τα μέλη του και να τα εξευτελίσουν. Στο όργανο αυτό μετέχουν σπουδαίοι επιστήμονες από το εξωτερικό, με σπάνιο κύρος, που άφησαν τους φοιτητές τους, την έρευνά τους και την ησυχία τους στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου για να ασχολούνται με τα δικά μας αρχαϊκά προβλήματα, ανήκουστα σε οποιοδήποτε ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Η πανεπιστημιακή κοινότητα συνήθισε επί μεγάλο διάστημα να ανέχεται και να συμβιώνει με την ανομία, την ασυδοσία και την αλητεία. Μοιρολατρικά αποδεχόταν να διαλύονται όργανα, να παρακωλύονται συστηματικά οι διαδικασίες, να προπηλακίζονται καθηγητές, να ασκείται βία από οικτρές μειοψηφίες που καταρράκωναν ατιμωρητί, με θράσος και προπέτεια κάθε έννοια ακαδημαϊκής λειτουργίας. Ηταν, και είναι εν πολλοίς, η καθημερινότητα που βιώνουμε. Η καθημερινότητα του «σιγά, δεν έγινε και τίποτε» που έγραψε ο Πάσχος Μανδραβέλης. Αυτό το «τίποτε» όμως, που επέτρεπε στα «παιδιά» να κάνουν ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής επιβάλλοντας μια κουλτούρα τρομοκρατίας, επέτρεπε συγχρόνως στο βαθύ πανεπιστήμιο να κάνει τη δουλειά του ακώλυτα στα παρασκήνια χρησιμοποιώντας αυτές τις ομάδες είτε σε ευθεία συναλλαγή είτε εμμέσως, αφού δημιουργούσαν το ασφαλές προπέτασμα για να κρύβονται πίσω του η αβελτηρία, η κακοδιαχείριση και το αδιαφανές μοίρασμα της εξουσίας. Τα θύματα αυτής της κατάστασης είναι η ίδια η χώρα, οι φοιτητές μας που εγκαταλείπονται στη μοίρα τους και οι σοβαροί ακαδημαϊκοί που προσπαθούν μόνοι και αβοήθητοι να επιβιώσουν σε έναν βάλτο αναξιοκρατίας.

Η εμφάνιση των Συμβουλίων στη σκηνή τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της σιωπής και του «δε βαριέσαι». Οσα προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους σοβαρά έδειξαν γρήγορα ότι δεν θέλουν να είναι διακοσμητικά όργανα, αλλά όργανα ουσιαστικής εποπτείας και άσκησης στρατηγικής. Αποτελούν ήδη πόλο αναφοράς για όσους υποφέρουν από την αυθαιρεσία και πηγή ανησυχίας για όσους λυμαίνονται τα ιδρύματα.

Το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών κάλεσε την Αστυνομία όχι γιατί κινδύνευε η ζωή μας, αλλά γιατί κινδύνευε η αξιοπρέπειά μας και παραβιάζονταν κατάφωρα η νομιμότητα και τα δικαιώματά μας ως ανθρώπων και ακαδημαϊκών. Προασπίσαμε το συμφέρον του πανεπιστημίου και τον τίτλο του ακαδημαϊκού δασκάλου που δεν μπορεί να στέκεται περιδεής απέναντι στη βάναυση περιφρόνηση και τον ευτελισμό ανθρώπων και θεσμών. Ηταν το χρέος μας απέναντι στους φοιτητές μας και στη χώρα μας.

* Η κ. Βάσω Κιντή είναι αν. καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

από την Καθημερινή

Με αφορμή τα 15 χρόνια από τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα, αναρτώ ένα απόρρητο εσωτερικό έγγραφο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης που έρχεται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας και που πιθανολογεί τη συμμετοχή Ελλήνων παραστρατιωτικών στις σφαγές. Το έγγραφο αυτό περιέχεται σε υπό έκδοση βιβλίο του Σταύρου Τζίμα για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Το κείμενο το εγγράφου:

«Το κατηγορητήριο, που επικυρώθηκε στις 16 Μαΐου 2005, υποστηρίζει ότι, ελληνικές παραστρατιωτικές μονάδες ήταν παρούσες εντός ή γύρω από τις περιοχές Μπράτουνατς, Ποτότσαρι, Σάντιτσι, Κράβιτσα, Σρεμπρένιτσα και Ζβόρνικ, από τις 11 έως τις 18 Ιουλίου 1995. Μονάδες υπό τις εντολές του στρατηγού Ρ. Μλάντιτς είχαν αναπτυχθεί εντός και γύρω από τις περιοχές Ποτότσαρι, Σάντιτσι, Κράβιτσα και Ζβόρνικ, από τις 12 Ιουλίου έως τις 18 Ιουλίου 1995. Στις ημέρες που ακολούθησαν την επίθεση στη Σρεμπρένιτσα, ο σερβοβοσνιακός στρατός (VRS) και δυνάμεις του Υπουργείου Εσωτερικών (MUP) συνέλαβαν, έθεσαν υπό κράτηση, εκτέλεσαν μαζικά και έθαψαν πάνω από 7.000 μουσουλμάνους, άνδρες και αγόρια από τον θύλακα της Σρεμπρένιτσα και μετέφεραν, δια της βίας, μουσουλμάνες γυναίκες και παιδιά, εκτός του θύλακα της Σρεμπρένιτας.

Το προ-κατηγορητήριο κατά των ελληνικών παραστρατιωτικών μονάδων υπό τον Τρύφωνα Βασιλειάδη αναφέρεται στην υποτιθέμενη συμμετοχή του σε: περιστασιακές δολοφονίες στο Ποτότσαρι, περιστασιακές δολοφονίες στο Μπράτουνατς, ευρείας κλίμακας και οργανωμένες δολοφονίες στο Ποτότσαρι και την Τίσα, δολοφονίες και κακομεταχείριση κρατουμένων, που είχαν συλληφθεί καθ’ οδόν από Μπράτουνατς-Μίλιτσι και ευρείας κλίμακας και οργανωμένες δολοφονίες στην περιοχή του Ζβόρνικ, όπως επίσης και άλλες περιστασιακές δολοφονίες.

Ο Τρύφωνας Βασιλειάδης και ελληνικές παραστρατιωτικές μονάδες, μαζί με άλλες μονάδες του σερβοβοσνιακού στρατού και του Υπουργείου Εσωτερικών και μονάδες που αναφέρονται σ’ αυτό το κατηγορητήριο, συμμετείχαν σε Κοινή Εγκληματική Οργάνωση, κύριος στόχος της οποίας ήταν- μεταξύ άλλων: η δια της βίας μεταφορά γυναικών και παιδιών εκτός του θύλακα της Σρεμπρένιτσα, προς το Κλάντανι, στις 12 και 13 Ιουλίου 1995, η σύλληψη, κράτηση και μαζική εκτέλεση, από εκτελεστικό απόσπασμα, ο ενταφιασμός και ο επανενταφιασμός χιλιάδων μουσουλμάνων ανδρών και αγοριών, ηλικίας 16 έως 60 ετών, από τον θύλακα της Σρεμπρένιτσα, από τις 12 Ιουλίου 1995 έως τις 19 Ιουλίου 1995.

Τα ονόματα των Ελλήνων παραστρατιωτικών, στις μονάδες υπό τον στρατηγό Μλάντιτς: Yorgos Muratidis, (Γιώργος Μουρατίδης), Antonis Mitkos (Αντώνης Μίτκος), Trifonas Vasilyadis, (Τρύφωνας Βασιλειάδης – διοικητής), S. Canapulos (Σ. Καναπούλος), Y. Liberidis (Γιάννης Λιβερίδης), K. Kiryakidis (Κ. Κυριακίδης), Y. Ana Frorin (Ελληνορουμάνος-α), Stefanos Makrakis (Στέφανος Μακράκης), Dimitrios Sotiris (Δημήτριος Σωτήρης), S. Kanelopoulos (Σ. Κανελλόπουλος)
ICTY (Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία), Σαράγεβο, 12 Ιουνίου 2005, Ole Haike»

από το fb του Πέτρου Παπασαραντόπουλου

του Γιάννη Βούλγαρη

Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της κυβέρνησης είναι ότι η εθνική ανάγκη παρατεταμένης πολιτικής σταθερότητας ταυτίζεται με το κομματικό συμφέρον των δύο συνεργαζόμενων κομμάτων να κερδίσουν χρόνο, να φέρουν αποτέλεσμα, ώστε να παρουσιαστούν στο εκλογικό σώμα με αξιώσεις. Κανένας από τους δύο εταίρους δεν μπορεί να κερδίσει ρίχνοντας τον άλλον, και οι δύο έχουν ελπίδες αν παραδώσουν τη χώρα με θετικό ρυθμό ανάπτυξης και αρχινισμένες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στο κοινωνικό κράτος και στο παραγωγικό μοντέλο. Τα κριτήρια με τα οποία θα την αντιμετωπίσει ο κόσμος είναι, πρώτον, η ενεργητικότητα με την οποία θα κινηθεί για να ανακόψει την ύφεση και, δεύτερον, κάποια έστω δείγματα πρακτικής αυτοκριτικής για τις πελατειακές και αναξιοκρατικές επιλογές που το παραδοσιακό σύστημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας έχει καθιερώσει. Για όλα αυτά χρειάζονται χρόνο.

Είναι αυτό που έδωσε η ΔΗΜΑΡ στον εαυτό της. Αρχικά συνέβαλε με γενναιοφροσύνη στη διάσωση της χώρας, κάνοντας με τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση ένα βήμα που δεν ήταν ούτε αυτονόητο ούτε εύκολο. Στο τέλος δεν άντεξε. Οχι την πίεση του εκλογικού της σώματος. Εφυγε σε μια στιγμή που οι κομματικοί συσχετισμοί έδειχναν στάσιμοι, άρα μελλοντικά παιζόμενοι. Ο μεγάλος από τα αριστερά ανταγωνιστής, ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν εμφανώς μπλοκαρισμένος χωρίς ικανότητα κινητοποίησης του κόσμου και τον ηγέτη του κουραστικά μονότονο. Από την άλλη, ο Πρωθυπουργός είχε υποχρεωθεί ήδη σε αναδίπλωση. Τελικά, η ΔΗΜΑΡ δεν άντεξε τον εαυτό της. Αυτοεγκλωβίστηκε στον μικρόκοσμο του κόμματος, τη στιγμή που η θέση της στη γενική πολιτική σκηνή και το «λευκό» παρελθόν έδιναν τη δυνατότητα να γίνει σημείο αναφοράς ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων και ζυμώσεων. Τώρα έχει εισέλθει σε φάση υπαρξιακής αγωνίας, με εμφανή τον κίνδυνο να δει τις δυνάμεις της να σκορπίζονται. Είναι αναμενόμενο. Η συμμετοχή της στην κυβέρνηση αποτελούσε το πιο δυναμικό στοιχείο της ταυτότητάς της, ενώ την ίδια στιγμή λειτουργούσε ως φράγμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα είναι εκτεθειμένη στη λεηλασία ενός μέρους της βάσης της. Το ότι τα στελέχη που πρωτοστάτησαν στην άτακτη φυγή από την κυβερνητική ευθύνη στέλνουν ήδη μηνύματα στον ΣΥΡΙΖΑ επιταχύνει την αποδιάρθρωση. Συντεταγμένη όμως πορεία προς τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μάλλον απίθανη στις παρούσες συνθήκες, καθώς υπάρχει ένα άλλο εξίσου αν όχι μεγαλύτερο μέρος του κοινού της, το οποίο είναι σταθερά στρατευμένο στον αριστερό ευρωπαϊσμό και στις παραδόσεις της Ανανεωτικής Αριστεράς. Η ΔΗΜΑΡ αιφνιδίασε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της, στοιχειώδης υποχρέωσή της είναι να τηρήσει τουλάχιστον την προεκλογική υπόσχεση ότι η κοινοβουλευτική παρουσία της στοχεύει πρωτίστως να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, η παραίτηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση ενισχύει την τάση προς τον δικομματισμό ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ, με σημαίνουσα επίσης παρουσία της ΧΑ. Εχω υποστηρίξει και υποστηρίζω ότι θα πρόκειται για αρνητική εξέλιξη του κομματικού συστήματος ότι υπό τις παρούσες συνθήκες ο δικομματισμός ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ θα είναι εμφυλιοπολεμικός και στείρος. Πρώτον, γιατί ενθαρρύνει τα πιο αρνητικά στοιχεία των δύο παρατάξεων. Δεύτερον, γιατί αμβλύνει τις πιέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ να εξελιχθεί σε κυβερνητική δύναμη με δημοκρατικές, μεταρρυθμιστικές και ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Τρίτον, γιατί η παρουσία της ΧΑ πιέζει τη ΝΔ επί το αυταρχικότερον και τον ΣΥΡΙΖΑ, σιωπηλά, επί το «αντισυστημικότερο». Τέταρτον, γιατί το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν είναι σήμερα αρκετά ισχυρό ώστε να λειτουργεί ως πόλος έλξης που θα αφομοιώνει τις φυγόκεντρες τάσεις της «ελληνικής περίπτωσης». Γεγονός που καθιστά πιθανό ένα «ιστορικό ατύχημα» καθώς η διεθνής κρίση είναι ακόμα σε εξέλιξη και δεν αποκλείεται να κρύβει νέες δυσάρεστες εκπλήξεις.

Η έξοδος της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση αλλάζει τους όρους της συζήτησης για τη συσπείρωση των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της ευρείας Κεντροαριστεράς. Μέχρι πρότινος, η πτώση του ΠΑΣΟΚ έδινε την εντύπωση ότι η ΔΗΜΑΡ θα μπορούσε να αναλάβει τον ρόλο του επισπεύδοντος. Τώρα οι δυνάμεις και τα στελέχη της που δεν φιλοδοξούν να γίνουν συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, αναζητούν σημείο αναφοράς. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί ελκτικό πόλο συσπείρωσης του χώρου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πολύ πιθανό να ανέβει λίγο δημοσκοπικά, επιβραβευόμενο για την υπεύθυνη στάση που έδειξε στην πρόσφατη κρίση και την αποφασιστική παρέμβαση του προέδρου του. Θα ήταν όμως λάθος να παραμείνει στάσιμο. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο κρίσιμο σημείο όπου η κατοχή μιας ιστορικής ταμπέλας εξασφαλίζει την επιβίωση, αλλά η ίδια ταμπέλα γίνεται εμπόδιο στην ανασυγκρότηση της ευρύτερης κοινωνικής αναφοράς του. Το δίλημμα είναι κοινό για όλους, βενιζελικούς, παπανδρεϊκούς, σημιτικούς. Και για όλους ισχύει, πιστεύω, η διάγνωση ότι το ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές δεν μπορεί να κατεβεί ως ΠΑΣΟΚ. Με άλλα λόγια, η προοπτική να βρεθούν οι πολίτες του δημοκρατικού Κέντρου και του δημοκρατικού Σοσιαλισμού πρόσφυγες στην επικράτεια της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ ή άστεγοι, είναι επί θύραις.

Η κυβέρνηση λοιπόν θέλει χρόνο, η Κεντροαριστερά όμως δεν έχει χρόνο. Χρειάζεται να τρέξει. Οι τρόποι για την ανασύνθεση μιας παράταξης δεν είναι αμέτρητοι, όπως μας έχει δείξει η Ιστορία. Θα μπορούσε να γίνει γύρω από έναν αναδυόμενο ηγέτη, αλλά τέτοιος δεν φαίνεται και οι συνεχείς διαπιστώσεις της έλλειψης δεν θα επιταχύνουν την έλευσή του. Αλλοι τρόποι που προσφάτως δοκιμάστηκαν ήταν η συγκρότηση του ΣΥΝ το 1988 μέσα από τις οργανωμένες κινήσεις δύο κομμάτων (ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσ/ΕΑΡ) υπό την επίδραση ενός διεθνούς παράγοντα (αλλαγές στο ΚΚΣΕ). Και του ΣΥΡΙΖΑ το 2002 ως πρωτοβουλία της ηγεσίας του ΣΥΝ που ήθελε να υποδηλώσει την πρόθεση αλλαγής φυσιογνωμίας της παράταξης.

Η άποψή μου, και να την πω με έναν αφορισμό, είναι «κάντε το όπως ο ΣΥΡΙΖΑ». Ορίστε δηλαδή έναν κοινό φορέα και δυνάμει εκλογικό τίτλο υπό τους οποίους μπορούν να συστεγαστούν αμέσως κόμματα, ομάδες, πρόσωπα, με τρόπο χαλαρό, σχεδόν δοκιμαστικό. Χρονικός ορίζοντας του εγχειρήματος θα είναι βεβαίως οι ευρωεκλογές με στόχο να παρουσιαστεί ένα δυνατό ψηφοδέλτιο και οι εκλογές για την Αυτοδιοίκηση με στόχο το ρίζωμα στις τοπικές κοινωνίες.

Υπάρχει κοινωνικό αντίκρισμα αυτών των διεργασιών; Και ναι και όχι. Ναι, γιατί υπάρχει μια «λανθάνουσα ζήτηση». Ενα ευρύ κοινωνικό σώμα που συνειδητά ή αυθόρμητα κατανοεί με πατριωτικούς όρους τη σημασία της σταθερής ένταξης της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, πολιτισμικά εκφράζεται από τον δημοκρατικό κανόνα και πολιτικά αποστρέφεται τον εξτρεμισμό που εκδηλώνεται από ομάδες στα άκρα του πολιτικού φάσματος. Οχι, γιατί η ζήτηση είναι ακριβώς «λανθάνουσα», δηλαδή δεν είναι κινητοποιημένη ούτε εύκολα κινητοποιήσιμη στο άμεσο μέλλον, καθόσον το ευρύ κοινωνικό σώμα ζει την περίοδο πρωτίστως ως αναγκαίο κακό, δεν έχει περάσει από τον φόβο στη νέα συνειδητοποίηση. Ναι, γιατί στην Ευρώπη αυτός ο χώρος έχει ισχυρή πολιτική – εκλογική παρουσία. Οχι, γιατί ο ίδιος χώρος έχει εδώ και καιρό μια ισχνή ιδεολογική – προγραμματική ταυτότητα.

Οι διεργασίες λοιπόν στον χώρο του δημοκρατικού Σοσιαλισμού και της ευρείας Κεντροαριστεράς έχουν επείγοντα αμυντικό χαρακτήρα, συνιστούν οργανωτική προετοιμασία ήδη ενεργοποιημένων δυνάμεων, προσβλέπουν όμως στη μελλοντική κινητοποίηση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που θα υπερβαίνουν τις δυνατότητες της Κεντροδεξιάς και θα επιταχύνουν τις εσωτερικές διεργασίες του χώρου του ΣΥΡΙΖΑ.

από τα Νέα μέσω της Μεταρρύθμισης

του Σπύρου Βλέτσα

Μεγάλα λόγια, απουσία σχεδίου, παράβλεψη κινδύνων και ανεύθυνες πράξεις χαρακτήρισαν τους Έλληνες ηγέτες που βρέθηκαν απέναντι στην οικονομική κρίση (Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Παπανδρέου και Αντώνης Σαμαράς, ιδίως πριν την εξουσία), με αποτέλεσμα τη μεγάλη επιδείνωση της κατάστασης. Σ’ αυτό το τετράπτυχο φαίνεται να διαπρέπει και ο Αλέξης Τσίπρας.

Σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, απαντώντας στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων πάνω στο εναλλακτικό του σχέδιο ανέφερε τα παρακάτω: «για όλα όσα συζητάμε εμείς ανοιχτά και οι επεξεργασίες που κάνουμε ανοιχτά, το κάνουμε από κοινού και με πολύ σοβαρούς οικονομολόγους διεθνούς κύρους που είμαστε σε επαφή. Ξέρετε όμως εγώ… Μπορεί να διαφωνήσει ο Γ. Δραγασάκης, σε αντίθεση με αυτό που είχε πει κάποτε ο Κλίντον (Clinton), «it’ s the economy stupid», εγώ πιστεύω ότι είναι η πολιτική πάνω από όλα. Εγώ πιστεύω ότι πάνω απ’ όλα είναι η πολιτική. Κι ότι όλα τα σενάρια, όλες οι μελέτες, όλες οι αναλύσεις, τα papers που μπορεί να μας κάνουν οι καλύτεροι οικονομολόγοι, μπορεί να τα πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων, γιατί αυτό που επιβάλλει τη στάση των πραγμάτων είναι οι συσχετισμοί δύναμης και η πολιτική βούληση».

Οι φράσεις αυτές συμπυκνώνουν με εξαιρετικό τρόπο την προσωπική αντίληψη του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ για την πραγματικότητα και αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η πολιτική άποψη που εκφράζει. Ο Αλέξης Τσίπρας αναγορεύει την πολιτική βούληση και τους συσχετισμούς δυνάμεων στους καθοριστικούς παράγοντες που θα κρίνουν την έκβαση των πραγμάτων. Ισχυρίζεται ότι η πολιτική βούληση είναι ικανή να υπερβεί τις οικονομικές συνθήκες, απλώς αγνοώντας τες. Πρόκειται για την κυριαρχία της επιθυμίας πάνω στην πραγματικότητα. Αν ανατρέξουμε στις διαφημίσεις της εποχής της ευμάρειας και ειδικά σε εκείνες των τραπεζών και των πιστωτικών καρτών θα δούμε ότι αναγάγουν την επιθυμία σε ανάγκη. Ανάγκη την οποία είναι επιτακτικό αλλά και εφικτό να ικανοποιήσουμε μέσω του δανεισμού, απωθώντας τις σκέψεις για το κατά πόσο η επιθυμία μπορεί να πραγματοποιηθεί με το δεδομένο εισόδημά μας και για το πώς θα μπορέσουμε τελικά να ξεπληρώσουμε τα χρέη.

Η έντεχνη υιοθέτηση αυτής της αντίληψης των πραγμάτων εξηγεί, εν μέρει, και την επιτυχία του πολιτικού σχήματος που ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας. Η συνολική ανάγνωση της κρίσης γίνεται παρουσιάζοντας το μνημόνιο ως αιτία της χρεοκοπίας, αντί για αποτέλεσμά της. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτουν ότι το επίπεδο ζωής του 2009 ήταν εφικτό μόνον εφόσον υπήρχαν τα 24 δις που η Ελλάδα δανείστηκε τη χρονιά εκείνη για το πρωτογενές έλλειμμά της (εκτός από τα 12 που δανείστηκε για να πληρώσει τόκους). Αποκρύπτουν επίσης ότι εκείνο το επίπεδο ζωής προϋπέθετε τη ροή χρήματος από τις τρισκατάρατες αγορές -και κατέρρευσε μόλις οι αγορές έπαψαν να μας δανείζουν, διαβλέποντας τη χρεοκοπία.

Το ελληνικό κράτος που το 2002 ξόδεψε 27.3 δις, το 2009 χρειάστηκε 58.8 δις πάντα χωρίς τους τόκους. Την ίδια περίοδο οι επιχορηγήσεις των ασφαλιστικών ταμείων και ΔΕΚΟ από τον προϋπολογισμό αυξήθηκαν από 5.52 σε 20.8 δις. Τα χρήματα αυτά διαχύθηκαν μέσα από διάφορους δρόμους στην ελληνική οικονομία και τροφοδότησαν ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης για μεγάλα στρώματα του πληθυσμού με την ιδιωτική κατανάλωση να ξεπερνά το 70% του ΑΕΠ. Τη στιγμή που η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας κατρακυλούσε, το ελληνικό κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα δανεικά χωρίς να αποφύγει την ύφεση (το 2009 ξεπέρασε το3%). Τα δανεικά μετά από ένα μικρό κύκλο στην αγορά κατέληγαν ξανά στο εξωτερικό για να πληρώσουν τις εισαγωγές, οι οποίες το 2008 ήταν περισσότερες από τις εξαγωγές κατά 35 δις ευρώ.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει σήμερα τη μοναδική δυνατότητα να υπόσχεται την κατάργηση όλων των διατάξεων των μνημονίων αυτοστιγμεί, με ένα άρθρο, σε ένα νόμο, χωρίς να αισθάνεται την υποχρέωση να εξηγήσει πώς θα αναπληρώσει τα χρήματα εκείνα που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποφυγή των μνημονίων και την επαναφορά στο 2009, τη στιγμή μάλιστα που η πτώση του ΑΕΠ θα ανέβαζε κατά πολύ το ποσοστό του ελλείμματος της χρονιάς εκείνης. Ο συνήθης ισχυρισμός όλων των ελληνικών αντιπολιτεύσεων ότι θα εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους μέσα από την πάταξη της φοροδιαφυγής, χρησιμοποιείται ως απάντηση και από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως ακόμη και αν θεωρήσουμε εφικτό να συγκεντρωθούν επιπλέον αρκετές δεκάδες δισεκατομμύρια από τη φοροδιαφυγή, οι παροχές που υπόσχονται προηγούνται της είσπραξης των φόρων. Με άλλα λόγια ισχυρίζονται ότι θα αυξήσουν άμεσα τις δαπάνες με χρήματα που δεν έχουν και που δεν μπορούν να δανειστούν, αλλά προσδοκούν να τα εισπράξουν μελλοντικά.

Αλλά και στο ζήτημα της φοροδιαφυγής, η στάση τους ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Όλοι θυμούνται την υποστήριξη που παρείχαν στελέχη του κόμματος στο αντάρτικο της Ύδρας το καλοκαίρι του 2012 και την αλληλεγγύη τους στους κατηγορούμενους για φοροδιαφυγή επιχειρηματίες του νησιού. Εφ’ όσον θεωρούν τη φοροδιαφυγή των συγκεκριμένων επιχειρήσεων δικαιολογημένη και τους ελέγχους άδικους, θα έπρεπε να προτείνουν την κατάργηση της φορολογίας και της απόδοσης του ΦΠΑ για όλες τις ανάλογου μεγέθους επιχειρήσεις. Κάτι τέτοιο όμως θα είχε ως συνέπεια την περαιτέρω μείωση των φορολογικών εσόδων.

Η δημόσια άρνηση του Αλέξη Τσίπρα να καταβάλει το «ειδικό τέλος ακινήτων» που του αναλογούσε καθιστά και τον ίδιο φοροφυγά. Τί είδους ανυπακοή είναι αυτή από κάποιον που ζητάει καθημερινά στην αύξηση των κρατικών δαπανών, το κόμμα του οποίου χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και ο ίδιος έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει, καθώς αμείβεται από το ελληνικό δημόσιο με μεγάλα ποσά; Σε όλες τις κοινωνίες η καταβολή των φόρων είναι υποχρεωτική και αρμόδια για τον καθορισμό τους, στις δημοκρατίες, είναι η πλειοψηφία του κοινοβουλίου. Αν η καταβολή των φόρων ήταν προαιρετική, τότε οι περισσότεροι συμπολίτες μας δεν θα τους πλήρωναν, άλλοι για οικονομικούς λόγους και άλλοι για λόγους συνείδησης, καθώς δεν θα ήθελαν να χρηματοδοτούν το πελατειακό κράτος.

Η άρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του κόμματός του να αναγνωρίσουν τις απαιτήσεις μιας δύσκολης και πολύπλοκης κατάστασης και να δώσουν σοβαρές απαντήσεις στα αμείλικτα ερωτήματά της αποδεικνύεται πολλαπλά επωφελής για τα άμεσα συμφέροντά τους. Έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο αντίληψης που τους επιτρέπει να καταστήσουν την αντιφατικότητά τους πλεονέκτημα, δημιουργώντας μια λεκτική και ηθικολογική υπέρβαση των ζητημάτων.

Η επιτυχία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται και στο ότι βρήκε πρόσφορο έδαφος σε δύο πολύ μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα συγκροτείται από εκείνους που εξασφάλιζαν μικρά ή μεγάλα προνόμια στα πλαίσια του ευρύτερου πελατειακού κράτους και η δεύτερη προέρχεται από τη νέα γενιά.

— Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα προνομιούχα στρώματα του δημοσίου και των ΔΕΚΟ, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που ανήκαν σε κλειστά επαγγέλματα, αλλά και όλοι εκείνοι από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα που δεν θέλησαν να κατανοήσουν ότι το προηγούμενο επίπεδο ζωής χάθηκε μαζί με τα δανεικά που το συντηρούσαν. Δεν είναι όλοι τόσο αφελείς, όμως, ώστε να πιστεύουν τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Η ταύτιση μαζί του είναι κυρίως πολιτισμική. Από τη στιγμή που οι κύριοι φορείς του πελατειακού κρατισμού το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ αναγκάστηκαν, έπειτα από πολλή αντίσταση, να σταματήσουν -όσο σταμάτησαν- να τροφοδοτούν το τέρας που δημιούργησαν, ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει την νοσταλγία και τη λατρεία του χαμένου παραδείσου συνδυασμένη με μια επαναστατική ρητορεία κατά των κακών ξένων που μας τον στέρησαν.

— Αν η πρώτη πρόσφορη για τον ΣΥΡΙΖΑ ομάδα αποτελείται από τους ευνοημένους της προηγούμενης κατάστασης, με τη δεύτερη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η νέα γενιά της σημερινής Ελλάδας πληρώνει μαζί με τους ανέργους το λογαριασμό για το πάρτι που προηγήθηκε. Την ώρα που οι πάντες κολάκευαν τους νέους σε μια ατέλειωτη «βουλή των εφήβων», τους φόρτωναν την εξόφληση των χρεών για τους διορισμούς, τη μη αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, τις συντάξεις στα 50 και τις κάθε είδους παροχές του πελατειακού κράτους. Παράλληλα η ανεπάρκεια της παιδείας, η διάλυση των πανεπιστημίων, τα κλειστά επαγγέλματα και ο προσανατολισμός της οικονομίας στη μη βιώσιμη κατανάλωση αντί της παραγωγής, στερούν από τη σημερινή νέα γενιά τις δυνατότητες απασχόλησης που έχει ανάγκη. Και εδώ η μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην αποδοχή της ανάγνωσής του, η οποία συγκαλύπτει τις αιτίες της κρίσης και απαιτεί τη διαιώνισή τους. Κορυφαίο παράδειγμα είναι η υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ στους δημοσίους υπαλλήλους που προσελήφθησαν εκτός ΑΣΕΠ στα πλαίσια του πελατειακών σχέσεων και κλέβουν θέσεις εργασίας από νέους με προσόντα που θα μπορούσαν να προσληφθούν αξιοκρατικά. Οι νέοι που υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ αποδέχονται μια θέση άδικη και ανήθικη που αντιστρατεύεται τα ζωτικά δικαιώματά τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να αποκρύψει τη βαθιά συντηρητική του φυσιογνωμία και να προσεγγίσει τη νέα γενιά μέσω της αντισυμβατικότητας. Αυτή εκφράστηκε με μια ακραία ρητορική και ακτιβιστικές ενέργειες, όπως οι προπηλακισμοί πολιτικών αντιπάλων. Ενέργειες οι όποιες σταμάτησαν από τη στιγμή που τις υιοθέτησε η «χρυσή αυγή» (ΧΑ). Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τις απίστευτες ρητορικές εξάρσεις οι οποίες κλιμακώθηκαν με αποκορύφωμα τον ισχυρισμό του Αλέξη Τσίπρα ότι ο χειμώνας του 2012 θα είναι «ο χειρότερος από το χειμώνα του 1941».

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ενός ισχυρισμού από την πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτερα είναι τα κέρδη που αποφέρει σε εκείνον που τον υποστηρίζει, χάρη στο κλίμα ανορθολογικού εθνικο-λαϊκισμού που έχει διαμορφωθεί. Ένα κλίμα που ευνόησε επίσης τον προνομιακό συνομιλητή και ενδεχόμενο μελλοντικό σύμμαχο του Αλέξη Τσίπρα Πάνο Καμένο, αλλά τροφοδότησε και έναν ανταγωνισμό ατάκας μεταξύ τους. «Δοσίλογοι» λέει ο ένας, «μερκελιστές» απαντάει ο άλλος.

Το αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι ακόμη κι όταν οι στομφώδεις δηλώσεις του όπως «το μνημόνιο θα μας οδηγήσει εκτός ευρώ», «κατάρρευση τον Μάρτιο του ’13», «μακάρι να είχαμε γίνει Αργεντινή», «το περήφανο όχι της Κύπρου που δείχνει το δρόμο στις μνημονιακές κυβερνήσεις» διαψεύδονται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ο Αλέξης Τσίπρας δεν δείχνει να διδάσκεται τίποτε από τα παθήματά του και συνεχίζει ακάθεκτος. Μάλιστα στην περίπτωση της Αργεντινής το δράμα εξελίχθηκε κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια του, ενώ στην Κύπρο κατέρρευσε η θέση του για παραμονή στο ευρώ χωρίς μνημόνιο. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε με πείσμα να αρνείται να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και να επαναπροσδιορίσει την πολιτική του. Επειδή δεν μπορεί να υπάρχει τόση κραυγαλέα ιδεοληψία ούτε πλήρης ανικανότητα αντίληψης των πραγμάτων, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια αδίστακτη πολιτική κερδοσκοπία. Είτε απλώς μας εξαπατά γνωρίζοντας ότι αυτά που λέει δεν ισχύουν είτε -ακόμη χειρότερα- είναι διατεθειμένος να ρισκάρει τις ζωές των ανθρώπων και να διακινδυνεύσει μια τραγωδία με ανυπολόγιστες συνέπειες. Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ διεκτραγωδεί με τα μελανότερα χρώματα και αρκετή δόση υπερβολής τη σημερινή πολύ δύσκολη κατάσταση της Ελλάδας, χωρίς να νοιάζεται για το αν η στάση του λειτουργεί υπέρ του βαθέματος της κρίσης.

Στο πλαίσιο των εύκολων λόγων εντάσσεται και η νέα θέση ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ για το μέτωπο των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, μέσα από την οποία θεωρεί ότι μπορεί να λύσει τα προβλήματα της Ελλάδας. Όμως οι λαοί της νότιας Ευρώπης μέσα από την ψήφο τους σε πρόσφατες εκλογές δεν έδειξαν να έχουν την ίδια αντίληψη με τον ΣΥΡΙΖΑ για την έξοδο από την κρίση. Σε πρόσφατη έρευνα της «πιου» μάλιστα, Ισπανοί, Ιταλοί και Γάλλοι δηλώνουν ότι προτιμούν τη μείωση των κρατικών δαπανών σε ποσοστά από 57 έως 81%. Στην ίδια έρευνα η πλειονότητα των ερωτηθέντων σε όλες τις χώρες θεωρούν ως πιο αξιόπιστη χώρα στην Ευρώπη τη Γερμανία, εκτός των Ελλήνων που θεωρούν… την Ελλάδα. Και στο θέμα της συμμαχίας των χωρών του νότου, ο Αλέξης Τσίπρας εφαρμόζει την προσφιλή του μέθοδο: αφού περιφρονεί πλήρως τη θέληση των λαών, προχωρά στην κατασκευή μιας αντεστραμμένης πραγματικότητας, φορτισμένης ιδεολογικά και ικανής να ικανοποιήσει τις αναζητήσεις του κοινού του.

Ο Αλέξης Τσίπρας ενσαρκώνει την μεγάλη ελπίδα των διάσημων ξένων υποστηρικτών του, καθώς μοιράζονται μαζί του το θαυμασμό για καταπιεστικές κοινωνίες και δικτάτορες όπως ο Μάο (Mao) και ο Κάστρο (Castro). Για να ανταποκριθεί καταφεύγει ενώπιών τους σε απλοϊκούς συλλογισμούς του είδους «θα πάρουμε τα χρήματα από τους πλούσιους και θα τα δώσουμε στους φτωχούς».Όμως έτσι δεν μπορεί να καλύψει την απουσία της ταξικής ανάλυσης που θα όφειλε να έχει ένα αριστερό κόμμα. Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει το γεγονός ότι εκτός από τους εργαζόμενους η κρίση ζημιώνει και το κεφάλαιο, δηλαδή τους βιομηχάνους και τους τραπεζίτες. Θεωρεί όλες τις δαπάνες του κράτους δικαιολογημένες, δεν εντοπίζει κανένα άδικο προνόμιο, δεν βλέπει ότι οι περισσότεροι πόροι για την κοινωνική πολιτική καταλήγουν σ’ αυτούς που δεν τους έχουν ανάγκη, αφήνοντας τους φτωχούς ακάλυπτους. Αρκείται στο να δηλώνει «Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξάνεται διαρκώς. Είναι πλέον εκτός ελέγχου και μη βιώσιμο». Είναι απίστευτο πώς αρχηγός κόμματος δεν μπορεί να κατανοήσει ότι εφόσον υπάρχουν πρωτογενή ελλείμματα το χρέος θα αυξάνει και ότι αν δεν εφαρμόζονταν πολιτικές που μειώνουν το έλλειμμα, αλλά εκείνες που το αυξάνουν -όπως οι 100,000 προσλήψεις που πρότεινε- το χρέος θα είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο.

Για τον Αλέξη Τσίπρα όλα αυτά είναι λεπτομέρειες, αφού μπορεί και υπόσχεται στους πολίτες μιας υπερχρεωμένης χώρας, ότι όχι απλώς θα αποκαταστήσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όσους το έχασαν, αλλά θα ξαναδώσει την πολυτέλεια που το κράτος παρείχε αφειδώς σε αρκετούς -και αυτός ήταν ένας από τους λόγους πού χρεοκόπησε. Η μεγάλη επιτυχία του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται και στο ότι έχει καταφέρει να συνδυάσει με μοναδικό τρόπο δύο συνήθως αντιφατικές μεταξύ τους αξίες, οι οποίες αποτελούν οράματα του ακροατηρίου του: την επανάσταση και την κατανάλωση. Όπως το περιέγραψε εύστοχα ο καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης «θέλουν ένα κράτος σαν της Κούβας που να μοιράζει «αρμάνι»».

Από πολύ νωρίς ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε επισημάνει: «ιδιαίτερα ιλαροτραγική παρουσιάζεται η θέση της «αριστεράς», η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα «λαϊκά αιτήματα», υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται «λαός»»…

Η κατανάλωση δεν πρέπει να ενοχοποιείται από μια πουριτανική ηθικολογική σκοπιά. Μπορεί να προσφέρει ικανοποίηση και να συμβάλει στη συγκρότηση της προσωπικής ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, αρκεί να ασκείται με σεβασμό στο περιβάλλον και την κοινωνική συμβίωση. Προϋπόθεση όμως για την κατανάλωση είναι η παραγωγή. Όποιος υπόσχεται κατανάλωση χωρίς παραγωγή, εξαπατά τους ακροατές του. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και οι δύο κατηγορίες των οπαδών του, που είδαμε παραπάνω, είναι πρόθυμες να εξαπατηθούν. Και τα ορφανά του πελατειακού κρατισμού και ένα μέρος των νέων βρίσκονται σε φάση βίαιου απογαλακτισμού από την αγκαλιά του προστάτη και τροφοδότη της ευμάρειάς τους, που ήταν το κράτος και η οικογένεια αντίστοιχα. Έχοντας συνηθίσει να βλέπουν την άνεση και την αφθονία ως δεδομένες και ανεξάρτητες από την προσπάθεια και τις συνθήκες, μετέτρεψαν την αντίληψή τους σε στάση ζωής και ιδεολογία. Ιδεολογία που βρήκε τον ιδανικό πολιτικό εκφραστή.

Όσα υπόσχεται ο Αλέξης Τσίπρας, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις σοσιαλιστικές του αναφορές, την Κίνα του Μάο, την Κούβα του Κάστρο και τη Βενεζουέλα του Τσάβες (Chávez). Κοινό χαρακτηριστικό των τριών καθεστώτων είναι -εκτός από την αυταρχική εξουσία- η μεγάλη έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, ακόμη και ειδών πρώτης ανάγκης. Ειδικά στην περίπτωση της Κούβας η φτώχεια και η ανέχεια επιχειρείται να αποδοθεί στο αμερικανικό εμπάργκο, παρότι η χώρα μπορεί να έχει εμπορικές σχέσεις με όλες τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Ισχυρίζονται ότι μετά από μισό αιώνα ένδοξης επανάστασης παραμένει εξαρτημένη από τη στάση του «κακού» γείτονά της. Και το λένε αυτοί που προτείνουν να διαγράψουμε μονομερώς το χρέος και να αγνοήσουμε τις υποχρεώσεις της χώρας.

Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε όμως. Αν δεν έρθει ο καταναλωτικός, ένας άλλος παράδεισος μας περιμένει. Το μέλλον προβλέπεται λαμπρό, όπως το σχεδιάζουν οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ στη διακήρυξή του, εμπνευσμένες από τα… μεγάλα διδάγματα της πολιτιστικής επανάστασης της Κίνας του Μάο: «για μας ο σοσιαλισμός αποσκοπεί τελικά στην κατάργηση των μεγάλων διακρίσεων ανάμεσα σε χειρωνακτική και διανοητική εργασία, σε διεύθυνση και εκτέλεση, σε πόλη και ύπαιθρο, στον κοινωνικό ρόλο των αντρών και των γυναικών. Αποσκοπεί τελικά στην απάλειψη των σχέσεων εκμετάλλευσης, στην κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και των πατριαρχικών σχέσεων και στην αρμονική συμβίωση κοινωνίας και φύσης».

από το The Books’ Journal μέσω Προοδευτικής Πολιτικής

του Λεωνίδα Καστανά

Και ξαφνικά η κρίση της ΕΡΤ έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες της συγκυβέρνησης. Την έλλειψη πολιτικού σχεδίου της ΝΔ και την αδυναμία των άλλων δύο εταίρων να επηρεάσουν ουσιωδώς τις εκάστοτε πολιτικές αποφάσεις του Σαμαρά. Ξαφνικά, η χώρα βρέθηκε να συζητάει εκλογές. Να ψάχνει δηλαδή τρόπο να αυτοκτονήσει. Να πετάξει στα σκουπίδια όλη την επώδυνη προσπάθεια ανασύνταξης, να γυρίσει πίσω. Να επαναφέρει τη δυσπιστία στη σκέψη των δανειστών της. Να αναστήσει το κίνημα των αγανακτισμένων. Να δώσει χέρι βοηθείας στο ΣΥΡΙΖΑ και να εκτοξεύσει τη ΧΑ. Να βυθίσει το φθαρμένο πολιτικό σύστημα σε ακόμα μεγαλύτερη ανυποληψία.

Η κίνηση Σαμαρά δεν δείχνει μόνο ηγεμονισμό, αυταρχισμό και αμετροέπεια. Δείχνει έλλειψη σοβαρότητας απέναντι στα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Δείχνει κακή εκτίμηση του συσχετισμού των δυνάμεων, υποτίμηση της αξίας του ήπιου πολιτικού κλίματος. Δείχνει απόπειρα σύνθλιψης των συμμάχων σε μια φάση που η συνοχή της τρικομματικής θα έπρεπε να είναι πρώτη προτεραιότητα. Κυρίως, δείχνει την προσπάθεια μετατόπισης του ενδιαφέροντος από τις αναγκαίες και καθοριστικής σημασίας μεταρρυθμίσεις, στα δευτερεύοντα και τα επουσιώδη, δείγμα των οποίων είναι και η αμαρτωλή ΕΡΤ.

Η ανάγκη κλεισίματος κάποιων οργανισμών είναι δεδομένη. Είναι όμως και γνωστό ότι τα εσωκομματικά και διακομματικά φέουδα που λυμαίνονται το κράτος, έχουν δύναμη και αντιστέκονται. Φαίνεται ότι η ΕΡΤ επιλέχθηκε ως ο αδύναμος κρίκος, σε μια διελκυστίνδα μεταξύ κρατικών οργανισμών, για το ποιοι θα κλείσουν και ποιοι θα επιβιώσουν. Μόνο που ο τρόπος ήταν λάθος. Οι συνέπειες του εγχειρήματος δεν μετρήθηκαν σωστά και τραυμάτισαν ανεπανόρθωτα τη ΝΔ και την κυβέρνηση.

Ο περισσότερος από τον κόσμο που μαζεύεται αυτές τις μέρες έξω από το ραδιομέγαρο, δεν είναι οπαδός της δημοκρατίας ή της ελεύθερης ενημέρωσης. Δεν ανησυχεί για τις τύχες των εργαζομένων. Είναι οπαδός και φρουρός της παλιάς Ελλάδας. Συγκεντρώνεται εκεί όχι για να απαιτήσει δομικές και ορθολογικές αλλαγές στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αλλά τη διάσωση του υπάρχοντος, της πελατειακής διαπλοκής, της πολιτικής φαυλότητας. Και ο Σαμαράς του δίνει χέρι να πιαστεί, του δίνει φωνή για να διατυπώσει δυνατά το αίτημά του, που δεν είναι άλλο παρά το «πάμε πίσω ολοταχώς».

Ένα χρόνο τώρα, η συγκυβέρνηση κωλυσιεργεί με τις αποκρατικοποιήσεις και αποτυγχάνει παταγωδώς. Αδυνατεί να βρει τρόπο να διώξει τους επίορκους ΔΥ, να απελευθερώσει όλα τα επαγγέλματα, να μειώσει και να βελτιώσει το δημόσιο τομέα, να ξεκινήσει και πάλι τα μεγάλα δημόσια έργα, να βοηθήσει τους αδύναμους, να δρομολογήσει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Να εφαρμόσει πολιτικές ανακούφισης των πολιτών και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας. Να πάει τη χώρα ένα βήμα παρακάτω, πέραν της βάρβαρης, αλλά αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής. Και για να σκεπάσει τις αδυναμίες της, επιλέγει να κλείσει την ΕΡΤ ως δείγμα μιας αμφίβολης μεταρρύθμισης.

Ένα χρόνο τώρα, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ κρύβονται πίσω από τις επιλογές της ΝΔ και αποφεύγουν να συντάξουν ένα κοινό και συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Επαναλαμβάνουν μονότονα τη συμβολή τους στη σωτηρία της χώρας, μέσω της συμμετοχής στην κυβέρνηση, αλλά αδυνατούν να επιδείξουν κυβερνητικές αποφάσεις στις οποίες η συμμετοχή τους ήταν αποφασιστική. Ο Σαμαράς αποφασίζει και οι Βενιζέλος – Κουβέλης, στην αρχή αντιδρούν χλιαρά και στο τέλος συγκατανεύουν. Και αυτό συμβαίνει γιατί δεν θέλουν να βγουν μπροστά με καινοτόμες προτάσεις που θα ανατρέψουν το υπάρχον, αλλά ενδεχομένως θα δυσαρεστήσουν συντεχνίες και φυσικά θα θίξουν συμφέροντα. Δεν είδαμε, για παράδειγμα, ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα κλεισίματος κάποιων οργανισμών εκ μέρους τους. Όχι απλά αναδιάρθρωση που μπορεί και να μη γίνει ποτέ, αλλά κλεισίματος. Αρνούνται να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση με πρωτοκλασάτα στελέχη, ακριβώς για να μην εκτεθούν, αλλά συμμετέχουν στη νομή της εξουσίας με το απαράδεκτο 4-2-1. Οι υπουργοί που πρότειναν δεν διακρίνονται για τον μεταρρυθμιστικό τους οίστρο. Μάλλον για το αντίθετο. Ελπίζουν να σπρώξουν το χρόνο, εξαργυρώνοντας την αρχική τους επιλογή, αλλά δεν κάνουν πολιτική. Και το πληρώνουν. Ο Σαμαράς καρπούται τη γενική βελτίωση του κλίματος και οι άλλοι χρεώνονται τις αποτυχίες. Γιατί η Αριστερά αρνείται πεισματικά να εμπλουτίσει με μεταρρυθμιστικά και φιλελεύθερα στοιχεία την πολιτική της, φοβούμενη ότι έτσι χάνει το φιλολαϊκό της χαρακτήρα. Μόνο που σήμερα, φιλολαϊκό είναι ό,τι φέρνει τη χώρα πλησιέστερα στην Ευρώπη, ανοίγει την αγορά, παράγει πλούτο και προσφέρει θέσεις εργασίας. Η συντήρηση αυτού του αντιπαραγωγικού δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να είναι αίτημα της Αριστεράς, γιατί είναι αυτός που απομυζά τον ιδρώτα των εργαζομένων και συμβάλει στην ανεργία.

Οι εκλογές δεν θα λύσουν κανένα πρόβλημα. Δεν θα αλλάξουν τους κομματικούς συσχετισμούς στο κοινοβούλιο. Η ΝΔ δεν είναι σε θέση να αποκτήσει την πολυπόθητη αυτοδυναμία, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τη δύναμη να βγει μπροστά. Η μόνη ωφελημένη θα είναι η Χρυσή Αυγή, που θα σπεκουλάρει πάνω στην αδυναμία των πολιτικών να οδηγήσουν τη χώρα με ασφάλεια. Το νέο κοινοβούλιο που θα προκύψει θα είναι χειρότερο του παρόντος, με περισσότερο αντιευρωπαϊκό δυναμικό. Την επομένη τους, το πολιτικό σύστημα θα αναζητά με χειρότερους όρους τη δυνατότητα συνεργασίας των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Και είναι πολύ αμφίβολο αν η ΝΔ θα βρει συμμάχους με την απαιτούμενη κοινοβουλευτική δύναμη και διάθεση για να κάνει κυβέρνηση. Και αν τους βρει, είναι ξεκάθαρο ότι αυτοί θα ζητήσουν το αυτονόητο. Τον αποκλεισμό του Σαμαρά από την ηγεσία της χώρας. Οι νέες εκλογές θα ενισχύσουν τα άκρα και θα πιέσουν αφόρητα το κέντρο. Μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι μέσα στους στόχους της ΝΔ. Εκτός και αν εκεί έχουν πάθει ομαδική παράκρουση.

Κάθε κρίση όμως βγάζει στην επιφάνεια και κάτι θετικό. Και αυτό είναι η σχεδόν αναγκαστική προσέγγιση των ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ. Έχουμε γράψει επανειλημμένα ότι μόνο η ίδια η ζωή μπορεί να ανασυστήσει το χώρο της Κεντροαριστεράς. Και να που συμβαίνει. Μόνο που πρέπει γρήγορα να πάρει σάρκα και οστά. Να διατυπώσει απλές και συγκεκριμένες αρχές και να θέσει άμεσους στόχους. Να συσπειρώσει ευρύτερες ομάδες από το χώρο του πολιτικού κέντρου, αλλά και ανένταχτες προσωπικότητες με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Και να προσέξει να μην αναμασήσει τα αιτήματα της σοσιαλδημοκρατίας του ’60 και του ’70, γιατί τότε η οσμή της ναφθαλίνης θα διώξει κάθε ζωή από δίπλα της. Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο σχήμα θα μιλάει από άλλη θέση ισχύος με το Σαμαρά και θα ελίσσεται με περισσότερη άνεση μέσα στην κυβέρνηση. Θα μπορεί να επιβάλει λύσεις.

Υπάρχουν και οι φωνές που προτείνουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από τον κυβερνητικό συνασπισμό και την απομάκρυνσή της από το ΠΑΣΟΚ. Ανομολόγητος στόχος τους είναι η πτώση της κυβέρνησης και η διενέργεια εκλογών. Ελπίδα τους είναι η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση Αριστεράς με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ. Οι φωνές αυτές δεν είναι όλες ίδιες. Άλλες αντλούν ενέργεια μόνο από την κλασσική Αριστερή ιδεολογία. Άλλες πάλι οδηγούνται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Αισθάνονται ότι σε ένα ευρύτερο κεντροαριστερό σχήμα, θα βρεθούν από την ενδεκάδα στον πάγκο ή στην εξέδρα και ανησυχούν. Η πραγματική Ανανέωση της Αριστεράς είναι μια Ηδονική διαδικασία, μόνο που παίρνει χρόνο. Τόσο, όσο μια αιωνιότητα και άπειρες μέρες.

από το μπλογκ Μη μαδάς τη μαργαρίτα

του Νίκου Μαραντζίδη

Η απόφαση του Αντ. Σαμαρά να κλείσει την ΕΡΤ θύμισε σε αρκετούς την πολιτική κληρονομιά της σιδηράς Βρετανίδας πρωθυπουργού Μ. Θάτσερ. Πραγματικά, από την επόμενη κιόλας στιγμή της πτώσης του σήματος της ΕΡΤ, καταλάβαμε όλοι πως ο πρωθυπουργός ήθελε να επιδείξει πυγμή. Ομως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή ως απλώς επικοινωνιακή ή να θεωρηθεί μόνο άλλοθι για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Οχι πως δεν υπάρχουν αυτές οι διαστάσεις, αλλά το τοπίο είναι εμφανώς πιο σύνθετο.

Η επιλογή του Αντ. Σαμαρά περισσότερο από συγκυριακή πρέπει να αναλυθεί ως στρατηγικού χαρακτήρα, με έντονα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Εγγράφεται σε μια νεοσυντηρητική γραμμή πλεύσης όπου η τάξη, ο νόμος και οι μεταρρυθμίσεις θα επιβάλλονται με σιδερένια πυγμή. Πρόκειται για την αυγή της παρουσίας μιας νέας Δεξιάς και στην Ελλάδα. Η νέα αυτή Δεξιά προβάλλει καθαρά την ατζέντα της: νόμος και τάξη από τη μια, ισχυρή εθνική ταυτότητα από την άλλη και όλα αυτά στηριζόμενα σε μια οικονομία με περιορισμένη κρατική παρουσία και μικρή φορολογία.

Είναι σαφές πως ο Αντ. Σαμαράς κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός και παίρνει ρίσκα. Ρίσκα, όμως, υπολογισμένα. Ενα σημαντικό τμήμα του κεντροδεξιού σώματος διψά για αποτελεσματικότητα και είναι έτοιμο να επιβραβεύσει την πολιτική εκείνη ηγεσία που θα την πετύχει. Επιπλέον, η πολιτική της πυγμής είναι ένα στοιχείο που αρέσει στο συντηρητικό ακροατήριο. Η έλξη που προκάλεσε σε τμήματα αυτού του ακροατηρίου η Χρυσή Αυγή σχετίζεται με την αίσθηση κατάρρευσης του κράτους την προηγούμενη περίοδο και την ισχυρή επιθυμία για πολιτική με «τσαμπουκά». Με άλλα λόγια, η ζήτηση για αποτελεσματική πολιτική ακόμη και (ή κυρίως) με τη χρήση αυταρχικών μεθόδων αποτελεί ένα βασικό κριτήριο για τους πολίτες αυτούς ώστε να παραμείνουν αφοσιωμένοι στη Ν.Δ. ή να επιστρέψουν στην κάλπη της.

Επειτα από πολύ καιρό, λοιπόν, ένας κεντροδεξιός πρωθυπουργός αποφασίζει να χαράξει τις κινήσεις του όχι μόνο μέσα σε ένα επικοινωνιακό πλαίσιο και μια διαχειριστική αντίληψη της εξουσίας αλλά υπό το πρίσμα μιας στρατηγικής με στόχο την ιδεολογική κυριαρχία. Θα τα καταφέρει; Δύσκολο να απαντήσει κανείς με σιγουριά αυτή τη στιγμή. Εξάλλου τα ερωτήματα τώρα σχετίζονται με το μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει και ποιες μάχες είναι αποφασισμένος να δώσει.

Είναι αρνητική αυτή η εξέλιξη; Κάθε άλλο! Τώρα η πολιτική αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εξάλλου, το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι ότι η Κεντροδεξιά βρήκε τη δική της στρατηγική τύπου «Θάτσερ» αλλά ότι η Κεντροαριστερά δεν μπορεί να βρει τον δικό της Τόνι Μπλερ. Οχι μόνο το πρόσωπο αλλά κυρίως το πολιτικό σχέδιο.

Για την ώρα, αυτό που χαρακτηρίζει τις δυνάμεις του μεταρρυθμιστικού Κέντρου και της σοσιαλδημοκρατίας είναι η αμηχανία και η διαρκής αμφιθυμία. Πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο ή, όπως επισημαίνει ο Χρ. Χωμενίδης, είναι ανίατη ασθένεια; Ο,τι κι αν συμβαίνει, σήμερα οι δύο κύριοι φορείς της Κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ) δίνουν την αίσθηση πως συνιστούν έναν «ΣΥΡΙΖΑ λάιτ». Ουσιαστικά δηλαδή προάγουν χρεοκοπημένες και εντέλει αναξιόπιστες πολιτικές. Απλώς αυτό το κάνουν με κόσμιο και δημοκρατικό τρόπο –όχι ασήμαντη λεπτομέρεια, αλλά σίγουρα ανεπαρκή για να κριθούν θετικά. Ετσι, απογοητεύουν διπλά την κοινωνική τους βάση, καθώς και ξεπερασμένες κρατικιστικές πολιτικές υπερασπίζονται και δείχνουν να το κάνουν αυτό άνευρα και κουτοπόνηρα.

Η Κεντροαριστερά, λοιπόν, αντί να κλαψουρίζει αμήχανη και να δίνει μάχες οπισθοφυλακής, οφείλει να ξεκόψει ριζικά με τον κρατισμό και τον συντεχνιασμό. Οφείλει να εκφράσει θαρραλέα τη νέα μεσαία τάξη, τον κοσμοπολιτισμό και τις ευρωπαϊκές αξίες. Να μιλήσει με όρους ενός σύγχρονου πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού. Να προαγάγει την κοινωνία των ίσων ευκαιριών και όχι ξεψυχισμένες σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις του ’70. Η παλιά σοσιαλδημοκρατία πέθανε, κύριοι! Οσο νωρίτερα τη θάψετε και την κλάψετε τόσο γρηγορότερα η Κεντροαριστερά θα γίνει αξιόπιστη, ειλικρινής και αισιόδοξη, δηλαδή νέα.

Η Κεντροαριστερά, λοιπόν, οφείλει να ανασυσταθεί τάχιστα και να βρει τις ενοποιητικές διαδικασίες όχι μέσω της ανακύκλωσης στις ηγετικές θέσεις των παλαιών και φθαρμένων (καλώς ή κακώς) προσώπων, αλλά μέσω της προώθησης ενός νέου και άφθαρτου δυναμικού που διαθέτει και που μπορεί να εκφράσει καλύτερα τις μεσαίες κοινωνικές δυνάμεις. Εντέλει, απέναντι στο βλοσυρό βλέμμα και την αποφασιστικότητα της Μάργκαρετ Θάτσερ, η Κεντροαριστερά ας αντιτάξει το αισιόδοξο χαμόγελο και χαρούμενο πρόσωπο του Τόνι Μπλερ.

 

από την Καθημερινή

του Απόστολου Δοξιάδη

Η φράση στο χθεσινό άρθρο του Αντώνη Σαμαρά, «ομελέτα δε γίνεται, χωρίς να σπάσεις αυγά,» είναι μια σαφής ηγετική πολιτική αφήγηση. Παρουσιάζει κάτι καινούργιο στην πολιτική μας ζωή: έναν ηγέτη που εισηγείται μεταρρυθμιστική πολιτική, έχοντας δώσει προηγουμένως σοβαρό δείγμα ότι την εννοεί. Γιατί η κοινότυπη φράση από μόνη της δε λέει απολύτως τίποτε. Θα μπορούσε να είναι μια συνηθισμένη, μεγαλόστομη αρλούμπα. Αποκτά όμως τεράστια σημασία, εν προκειμένω, γιατί στηρίζεται σε μια πράξη που έχει προηγηθεί, δίνοντας υλικό αντίκρυσμα στα λόγια: το κλείσιμο της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης ραδιοτηλεόρασής μας, ως απαραίτητο προοίμιο στη δημιουργία μιας καινούργιας, υγιούς. Το αν ήταν σωστό ή απαραίτητο να γίνει έτσι όπως έγινε, ή όχι, είναι άλλο θέμα.

Σχολιάζοντας εδώ την αφήγηση, μένω μόνο στο ότι έγινε. Γιατί η αφήγηση ενός ηγέτη δεν αρκεί να είναι ωραία ή έξυπνη ή χαριτωμένη ή ό,τι άλλο. Για να είναι έγκυρη είναι απαραίτητο ο ηγέτης να την εννοεί και να το δείχνει, οπότε, εν προκειμένω, μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Σαμαράς εννοεί τη φράση του γιατί ανέλαβε ήδη το κόστος της με μια πράξη υψηλού πολιτικού ρίσκου: έσπασε αυγά. Απομένει τώρα να δούμε και τη συνέχεια. Γιατί να σπάσεις τα αυγά είναι όντως απαραίτητο. Αλλά μετά πρέπει να φτιάξεις και την ομελέτα.

Μια ηγετική αφήγηση είναι μια πρόταση για το πώς πρέπει μια χώρα να προχωρήσει από το παρελθόν στο μέλλον. Η λέξη «αφήγηση» μπλέκει δικαιολογημένα κάποιους όταν χρησιμοποιείται στην πολιτική, καθώς ακούγοντάς τη σκέφτονται συνήθως μια ιστορία με πολλούς χαρακτήρες, σύνθετες καταστάσεις, αλλεπάλληλες δραματικές ανατροπές, κάτι σαν μυθιστόρημα ή σίριαλ, ας πούμε. Όμως τίποτε από αυτά δε χρειάζεται στην αφήγηση ενός ηγέτη, που λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο σα κλειδί που ανοίγει το μέλλον.

Οι μεγάλες ηγετικές αφηγήσεις εκφράζονται κατά κανόνα σε λίγες φράσεις. Ετσι, για παράδειγμα, συμπυκνωνόνταν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, στις ομιλίες του Τσόρτσιλ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πιο φημισμένη διατύπωση της ηγετικής του αφήγησης είχε τέσσερις μόνο λέξεις: «Δε θα παραδοθούμε ποτέ.» Αυτές όμως τα έλεγαν όλα, και τούτο γιατί εκφωνήθηκαν σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, από κάποιον που ήξερε ότι μιλάει σε ένα κοινό που καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε. «Δε θα παραδοθούμε ποτέ,» έλεγε ο Τσόρτσιλ, κι οι Βρετανοί άκουγαν: «Εμείς, με την ένδοξη ιστορία, με τις μάχες μας για την ελευθερία και τη δημοκρατία, δε θα δεχτούμε την τυραννία του Χίτλερ, θα του αντισταθούμε, πολεμώντας τον μέχρι τέλους.» Η φράση έλεγε όσα ακριβώς χρειαζόταν για να τον καταλάβει το κοινό του. Επιπλέον, ο ηγέτης πίστευε στην αφήγησή του. Αυτό, το έδειχναν οι πράξεις του, καθώς την ίδια στιγμή που μιλούσε ετοίμαζε την άμυνα της Βρετανίας, εκείνη όπου «ποτέ ξανά τόσο πολλοί δεν όφειλαν τόσο πολλά σε τόσο λίγους», δηλαδή στους ανδρείους νεαρούς πιλότους της ΡΑΦ. Αν, αντίθετα, την ώρα που εκφωνούσε την ομιλία του, ο Τσόρτσιλ έκανε διαπραγματεύσεις με τον Χίτλερ, η ομιλία θα ήταν κούφια λόγια.

Η αποτελεσματική αφήγηση ενός ηγέτη αναφέρεται στο παρελθόν και οραματίζεται το μέλλον, όπου θέλει να οδηγήσει τη χώρα του. Αυτό που έχει περισσότερη σημασία όμως είναι το παρόν. Γιατί ο ηγέτης δεν είναι ούτε ιστορικός, ούτε μελλοντολόγος. Είναι άνθρωπος της δράσης, που εξελίσσεται πάντα στο τώρα. Βέβαια οι ηγέτες που δρουν μόνο στο παρόν, χωρίς να κατανοούν τι συνέβη πρωτύτερα και χωρίς να οραματίζονται πού θέλουν να πάνε, είναι απλοί καρεκλοκένταυροι της εξουσίας—είναι ηγέτες χωρίς αφήγηση. Άλλοι πάλι, που βάζουν το παρόν πάνω από όλα, και λειτουργούν με βάση την πρωινή δημοσκόπηση και τη νυκτερινή συνέντευξη, είναι απλοί καιροσκόποι—που αλλάζουν συνέχεια αφηγήσεις.

Οι μεγάλοι ηγέτες προτείνουν και υποστηρίζουν μια σταθερή αφήγηση. Αυτοί που μένουν, αυτοί που γράφουν Ιστορία, ένας Λίνκολν, ένας Τσόρτσιλ, ένας Ντε Γκολ, είναι αυτοί που είχαν αφηγήσεις που ερμήνευαν το χθες της χώρας τους, για να το μετασχηματίσουν στο αύριο μέσα από το όραμά τους, με τη θεληματική δράση. Η Ιστορία τους ονόμασε μεγάλους όχι επειδή είχαν αφηγήσεις, ούτε επειδή οι αφηγήσεις ήταν οραματικές, αλλά επειδή, επιπλέον, τις εφάρμοσαν. Και αναφέρω αυτούς τους τρεις, κι όχι έναν Ναπολέοντα, έναν Λένιν, ή έναν Χίτλερ, που επίσης είχαν ισχυρές αφηγήσεις που εφάρμοσαν, γιατί πιστεύω στη φιλελεύθερη δημοκρατία, και στους ηγέτες που επιβάλλονται μέσα από το λόγο και τις εκλογές, όχι με τη βία και το αίμα.

Για να ξεχωρίσει ένας ηγέτης, για το καλό, η αφήγησή του πρέπει να έχει τρία στοιχεία: Το πρώτο είναι να βοηθάει τον τόπο του να λύσει τα προβλήματα του και να πορευτεί σε ένα καλύτερο μέλλον—αν είναι αναποτελεσματική ή αδιάφορη θα περάσει απαρατήρητη, ή απλώς θα αποτύχει. Το δεύτερο είναι να είναι αντιληπτή από τον κόσμο, ώστε να πείσει τον κόσμο να δώσει στον ηγέτη την εξουσία να την κάνει πράξη—χωρίς εξουσία, ένας ηγέτης παραμένει απλός οραματιστής, ένας κομματάρχης με ωραίες ιδέες. Το τρίτο και σημαντικότερο είναι να θέλει ο ηγέτης να την εφαρμόσει στην πράξη, με επιμονή και συνέπεια. Χωρίς επιμονή, θα αποτύχει. Χωρίς συνέπεια, η αφήγηση θα χάσει τον ειρμό και το νόημα της, θα γίνει παρωδία του εαυτού της, μια τρύπα στο νερό.

Το τελευταίο στοιχείο, η συνέπεια, είναι τόσο σημαντικό σε μια ηγετική αφήγηση, όσο και σε μια μαθηματική θεωρία. Μια μαθηματική θεωρία με αντιφάσεις καταρρέει. Μια ηγετική αφήγηση που είναι ασυνεπής, ή εσωτερικά με τον εαυτό της, ή κυρίως με τις πράξεις του ηγέτη, αυτο-ακυρώνεται. Φυσικά, μπορεί κανείς να αντιτάξει ότι η ζωή περιέχει εγγενείς αντιφάσεις, όπως άλλωστε δείχνουν οι μεγάλες έντεχνες αφηγήσεις, μια αρχαία τραγωδία, ένα κλασικό μυθιστόρημα, μια σπουδαία ταινία. Αυτό είναι αλήθεια, και οι ηγέτες συχνά καλούνται να αντιμετωπίσουν απρόσμενες συνθήκες, βάσει των οποίων πρέπει να προσαρμόσουν τις αφηγήσεις τους. Οι μικροί ελιγμοί ή τακτικισμοί, είναι ενίοτε απαραίτητοι. Αλλά η εγκατάλειψη της κύριας αφήγησης έχει πάντα μοιραίες συνέπειες για τον ηγέτη. Γιατί ο μεγάλος ηγέτης δεν είναι μυθιστοριογράφος, ώστε να αποδίδει το πολυσύνθετο της πραγματικότητας, αλλά πλάστης του μέλλοντος. Δεν κινείται από τα γεγονότα αλλά τα κινεί—γι’ αυτό είναι ηγέτης και όχι οπαδός. Η ηγετική αφήγηση, πάλι όπως τα μαθηματικά, είναι το αξίωμα, η αταλάντευτη αρχή. Όποιες και να είναι οι αντιξοότητες της ζωής, μόνο ακολουθώντας την αφήγησή του με συνέπεια μπορεί ο ηγέτης να φτάσει στο αποτέλεσμα, να αποδείξει το σωστό, το δίκιο του. Το αν θα πετύχει τελικά δεν είναι βέβαια απόλυτα στα χέρια του, καθώς το απρόβλεπτο, το μοιραίο, το τυχαίο, ενυπάρχουν στα ανθρώπινα και ο ηγέτης δε μπορεί όλα να τα προβλέψει. Μπορεί όμως, και πρέπει, να κάνει πάντα ό,τι καλύτερο μπορεί. Αν είναι μαζί του κι οι θεοί—για να το πω ποιητικά—θα πετύχει. Αλλιώς τουλάχιστον θα πέσει σωστά, γενναία, σαν άξιος του οράματός του. Και θα αφήσει ένα μάθημα, ένα παράδειγμα.

Όλες αυτές οι σκέψεις, που με απασχολούν καθημερινά στη δουλειά μου, ως συγγραφέα, αλλά και ανθρώπου που σκέφτεται πολύ για τη δύναμη της αφήγησης ως εργαλείου ερμηνείας του κόσμου, μου τις ξανάφερε στο νου η πράξη του Αντώνη Σαμαρά να κλείσει την ΕΡΤ. Όταν την πρωτάκουσα δε την πίστεψα. «Δε γίνονται τέτοια στην Ελλάδα,» είπα, δηλαδή δεν υπάρχουν ηγέτες με τέτοια θεληματικότητα. Λίγες ώρες αργότερα, όταν είδα το περιβόητο «μαύρο» στο δέκτη, είπα «για να δούμε πόσο θα κρατήσει,» πάλι ασυνήθιστος σε ισχυρές και συνεπείς αφηγήσεις από τους πολιτικούς. Τις επόμενες μέρες, οι αμφιβολίες μου αυξήθηκαν, όταν είδα κάποιες αμφιταλαντεύσεις, καθώς και το ξαφνικό ξεθάρρεμα των χειρότερων στοιχείων των συγκυβερνώντων κομμάτων, που άρχισαν να κολακεύουν το παλιό τους κοινό, τις συντεχνίες, προτείνοντας ως «προοδευτικό» το να μην αλλάξει τίποτε! Βλέποντας όμως ότι ο Σαμαράς δεν υποχωρεί, και κυρίως διαβάζοντας το χθεσινό άρθρο του, όπου η αφήγηση που υλοποίησε η δράση του δηλώνεται ξεκάθαρα, άρχισα να πιστεύω ότι εννοεί αυτά που κάνει, και κάνει αυτό που εννοεί. Το αρχικό κόστος της πράξης το ανέλαβε. Αν ακολουθήσει την αφήγησή του με επιμονή και συνέπεια, θα θέσει σοβαρή υποψηφιότητα στην Ιστορία για σημαντικός ηγέτης.

Οσο για το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, για να προχωρήσουν σωστά πρέπει να καταλάβουν τη λογική των ηγετικών αφηγήσεων, και να πάψουν να αυτοσχεδιάζουν βάσει φθαρμένων προτύπων. Ούτε η νεκρανάσταση του συντεχνιασμού, ούτε οι ξεπερασμένες συνταγές θα τους σώσουν. Το να ζητάνε ουσιαστικά να γυρίσουν τα πράγματα στο παλιό κακό παρελθόν, τους ξαναγυρίζει κι αυτούς στο χειρότερο εαυτό τους, που θα έπρεπε να ξέρουν τι τους κόστισε. Άσε που σε αυτό το παιχνίδι είναι πλέον ικανότερος ο ΣΥΡΙΖΑ: οπισθοδρομεί πολύ πιο γρήγορα, πιο φωνακλάδικα, πιο λαϊκίστικα. Αν θέλουν οι δυο μικροί κυβερνητικοί εταίροι να κερδίσουν από τη νέα εξέλιξη, πρέπει να ορίσουν ταχύτατα μια νέα αφήγηση, ηγετών που τολμούν πραγματικά. Και πρώτα πρώτα να ενωθούν—ο χώρος της προόδου χωράει τώρα το πολύ δυο αλληλοσυμπληρούμενες αφηγήσεις, όχι τρεις. Ο Σαμαράς έσπασε τα αυγά—αυτή είναι η δική του αφήγηση, αποτελεσματική εφόσον δεν κάνει πίσω. ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, αντί να προσπαθούν να ξανακολλήσουν τα τσόφλια, και να λερώνονται άσκοπα, μπορούν να συμπληρώσουν την αφήγηση του Σαμαρά με τη δική τους. Αν θέλουν να είναι γνήσιοι, προοδευτικοί μεταρρυθμιστές, ας συμβάλλουν καθοριστικά ώστε να γίνει η καλύτερη δυνατή ομελέτα: ας πιέσουν να φτιαχτεί ένας κατά το δυνατόν καλύτερος καινούργιος δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας, ακομμάτιστος, ποιοτικός, νοικοκυρεμένος. Αντί να παραλληλίζουν, κάποιοι, βλακωδώς, το κλείσιμο της ΕΡΤ με το κλείσιμο του BBC, ας συμβάλλουν να φτιαχτεί ένας φορέας σαν το BBC. Αυτόν κανείς ποτέ δε θα τολμήσει να τον κλείσει.

Τα κόμματα των άκρων, που βρίσκονται στην αντιπολίτευση, προτείνουν στην κοινωνία αφηγήσεις μελοδραματικές, υστερικές, γεμάτες βουή και σαματά, αφηγήσεις ψεύτικες, σκέτες ουτοπίες, πασπαλισμένες ασυναρτησίες για να πείσουν τους αφελείς και τους απελπισμένους. Είναι αφηγήσεις που δεν υλοποιούνται, γιατί είναι εσωτερικά αντιφατικές, όπως ή άρνηση του δανεισμού με ταυτόχρονη αύξηση των κρατικών δαπανών, ή η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω του δυναμώματος των συντεχνιών—τρέχα γύρευε! Αν ποτέ, για κακή μας τύχη, βρεθούν στην εξουσία, απλούστατα θα τις πετάξουν στα σκουπίδια και θα ακολουθήσουν τις αφηγήσεις που πάντα εφάρμοσαν στην Ιστορία οι όμοιοί τους: τις αφηγήσεις της βίας και του αίματος.

Εναπόκειται στα κόμματα που πιστεύουν στη φιλελεύθερη δημοκρατία να προτείνουν και να στηρίξουν σωστές αφηγήσεις. Η Νέα Δημοκρατία είναι σε ένα δρόμο. Ας ακολουθήσουν ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, ως δημιουργικοί και συνεπείς αφηγητές, όχι πιθηκίζοντας τους παλιούς κακούς εαυτούς τους. Αν το κάνουν, συνεργαζόμενοι, θα είναι όλοι κερδισμένοι. Αν δεν κάνουν, και η Νέα Δημοκρατία επιμείνει στη μεταρρυθμιστική της αφήγηση, τα δυο μικρότερα κόμματα θα συνθλιβούν, κάνοντας όμως πολύ κακό και στον τόπο, που έχει μεγάλη ανάγκη μια ενωμένη, ισχυρή, κεντροαριστερή μεταρρυθμιστική παράταξη.

από το protagon

Ευρώπη, η πατρίδα μας

μικρά

*** Καλώς τα παιδιά, καλώς τα 3-0

*** Ta tria dyo

*** Όταν σου δείχνουν τα βράχια, μην κοιτάζεις το δάχτυλο.

*** arguments reloaded 3.1

*** Η απαράμιλλη γοητεία του κοντού του μόσκοβου.

*** Μήνες ολόκληρους μας πήρε η προσπάθεια κατανόησης της μνημειώδους "ομιλίας στο Τιτάνια"...

intro

Το arguments είναι η προσπάθειά μας να σκεφτόμαστε πολύπλοκα, σφαιρικά. Φιλοδοξεί να αναδείξει μάλιστα την πολυπλοκότητα σε όλο της το εύρος καταδυόμενο σε αυτά που σκέφτονται, που λένε, που γράφουν, που κάνουν, που δημιουργούν άλλοι, αφού μάλλον κανένας και καμιά μας δεν κατέχει το πρωτείο της αλήθειας. To arguments απεχθάνεται τους δογματισμούς κάθε απόχρωσης και ονειρεύται τη δημοκρατία. Καλή του τύχη.

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία – Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία - Ο Π. Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Πάρκαρες σωστά;

Μια πρωτοβουλία του Δικτύου Πολιτών pro-tasis

e-books

eco_man


politiki_via


epa


του ΚΚ

Σύνδεσμοι


Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης


Διεθνής Αμνηστία



Stop


Εξοπλισμοί