You are currently browsing the category archive for the ‘απόψεις’ category.

Σε πρόσφατο άρθρο του στο Project Syndicate ο Γιόσκα Φίσερ, συνιδρυτής μαζί με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ του κόμματος των Πρασίνων, τοποθετείται εν τη ρύμει του λόγου του για άλλη μια φορά εναντίον της πολιτικής λιτότητας που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε αρνητικά αποτελέσματα. Η επωδός αυτή εναντίον της λιτότητας επαναλαμβάνεται ελαφρά τη καρδία πολύ συχνά από τους ευρωπαίους Πράσινους και σοσιαλδημοκράτες, στους οποίους δεν μπορούμε κατά τ’ άλλα να πιστώσουμε κάποιο διαζύγιο με την πραγματικότητα.
Αυτό όμως που αποκρύπτεται με αυτήν την επιφανειακή, απερίσκεπτη, αξιωματική προσέγγιση είναι πως η εφαρμογή του Προγράμματος στην Ελλάδα ήταν κάτι περισσότερο από ελλιπής και επιλεκτική, γεγονός που από τη μία επιβεβαιώνει το μέγεθος του δομικού προβλήματος του λαϊκισμού και του πελατειασμού και από την άλλη εξηγεί γιατί η χώρα δεν ακολούθησε τα υπόλοιπα «θύματα» (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος, Ισπανία) στην έξοδο από το Μνημόνιο και την κρίση. Κάτω λοιπόν από το χαλί της γενίκευσης εναντίον της λιτότητας, δεν μπορεί να κρύβεται ούτε η άρνηση της Ελλάδας να εκσυγχρονίσει τη δημόσια διοίκηση και την οικονομία της ούτε η συναφής, σκανδαλώδης προστασία συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων ούτε η επιλεκτική εφαρμογή της περιοριστικής πολιτικής στους πιο αδύναμους κρίκους του πελατειακού συστήματος, τους outsiders, τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, τους ανέργους κ.λπ.
Στο δε λόγο του εναντίον της λιτότητας, ο Φίσερ φαίνεται να ξεχνά μερικές ιδιαίτερες παραμέτρους της ελληνικής οικονομίας σχετιζόμενες με τις περιβαλλοντικά εξόχως επιζήμιες καταναλωτικές μας συνήθειες, την υπερκατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, πολλές φορές μάλιστα προϊόντων πολυτελείας. Μια ματιά στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας ακόμα και σήμερα γεννά πολλά ερωτήματα σχετικά με το αναπτυξιακό μας μοντέλο, τις δυνατότητες διατήρησης ενός καταναλωτικού προτύπου βασισμένου στην παραγωγική υπανάπτυξη και στο δανεισμό, καθώς και το μέγεθος της οικολογικής επιβάρυνσης που ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο προκαλεί. Το ελληνικό όνειρο ήταν λοιπόν οικονομικά και οικολογικά θνησιγενές και για το ελληνικό ναυάγιο δεν φταίει η λιτότητα.
Η ρητορική εναντίον της λιτότητας, απευθυνόμενη στο ευρωπαϊκό ακροατήριο, προβληματίζει όχι μόνο για τη ντε φάκτο λαϊκιστική της χροιά, αλλά και για τις τερατώδεις συγγένειες που δημιουργεί με το λαϊκιστικό και ευρωσκεπτικιστικό στρατόπεδο εν γένει. Αν δεν είσαι δηλαδή και πολύ σίγουρος γι’ αυτό που υποστηρίζεις, απλά κοίτα ποιός συμφωνεί μαζί σου· μπορεί τότε να μην είναι και πολύ δύσκολο να καταλάβεις πως έχεις άδικο.
Τέλος, ας συλλογιστούμε τη θέση της Ευρώπης ως φθίνουσας δύναμης σε έναν παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη όπου αναδύονται νέες δυνάμεις και νέες απειλές. Έχουμε πράγματι την πολυτέλεια να αναβάλουμε τη θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω του περιορισμού των ελλειμμάτων και του ύψους του δημοσίου χρέους; Σε ένα τέτοιο ρευστό περιβάλλον είναι απαραίτητο να ενισχύσεις τη θεμελίωση της οικονομίας σου, να βασίζεσαι κατά το δυνατόν στις δικές σου δυνάμεις. Σε αυτή τη λογική είναι απολύτως δικαιολογημένη και υπερασπίσιμη η στρατηγική Ντράγκι –ή ακόμα η λησμονημένη γερμανική Agenda 2010- της «καθυστερημένης» παρέμβασης για την ποσοτική χαλάρωση σύμφωνα με την οποία η δίαιτα εξυγιάνσεως, η αποτοξίνωση, προηγείται αναγκαστικά της προσπάθειας ενδυνάμωσης.
Τα επιχειρήματα εναντίον της λιτότητας δεν μπορούν να αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα μιας προοδευτικής πολιτικής που δεν θέλει να ονομάζεται υποκριτική. Παρά τον κοινωνικά ευαίσθητο χαρακτήρα τους, αφού υπερασπίζεται ως επί το πλείστον το δικαίωμα της μεσαίας τάξης να διαφυλάξει το επίπεδο ζωής της και τις καταναλωτικές της έξεις, δεν πρέπει ποτέ να αποσυνδέονται από την οικολογική τους διάσταση και τη μακροχρόνια προοπτική διατήρησής τους μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον. Αλλά κυρίως δεν πρέπει επουδενί να υποκαθιστούν την ηθική και πολιτική προτεραιότητα της εξασφάλισης των χρειωδών για τους ασθενέστερους.

Θ.Π.

Advertisements

Τρία σημαντικά οικονομικά γεγονότα των τελευταίων ημερών σηματοδοτούν την είσοδο σε μια περίοδο εξαιρετικά επικίνδυνης οικονομικής αστάθειας που μπορεί να οδηγήσει ως την καταστροφή. Το πρώτο είναι η προσφυγή των συστημικών ελληνικών τραπεζών στον ELA, τον ευρωπαϊκό μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας. Σύμφωνα με δήλωση του Μάριο Ντράγκι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ακριβός δανεισμός μέσω του ELA θα διαρκέσει όσο η χώρα βρίσκεται σε πρόγραμμα. Υπό τις παρούσες συνθήκες δηλαδή ως το τέλος Φεβρουαρίου, μετά αναπόφευκτα –και αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για παράταση του Μνημονίου, κάτι που αρνείται η διαφαινόμενη επόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-, οι τράπεζες θα καταρρεύσουν παρασύροντας στην άβυσσο την ελληνική οικονομία. Το δεύτερο γεγονός είναι η εκδήλωση του ενδημικού μπαταχτσηδισμού δια της αποφυγής πληρωμής φόρων τον Δεκέμβριο του 2014 ενόψει της έλευσης των σωτήρων του ΣΥΡΙΖΑ που ανεύθυνα δηλώνουν ότι δεν πρέπει να πληρωθούν οι δόσεις των εκκρεμούντων από τα προηγούμενα έτη φόρων οδηγώντας τον προϋπολογισμό σε εκτροχιασμό. Η τρύπα των 4 δις που προκύπτει θα διευρυνθεί περαιτέρω τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο και δεν βλέπω πως θα αποφύγουμε τη χρεοκοπία χωρίς νέες δραστικές περικοπές των δαπανών και νέο πρόγραμμα που αμφιβάλλω αν θα βρεθούν εταίροι πρόθυμοι να μας το χορηγήσουν. Το τρίτο γεγονός είναι το δημοσίευμα του Σπίγκελ σύμφωνα με το οποίο η ΕΚΤ προτίθεται να εξαιρέσει την Ελλάδα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που σχεδιάζει με σκοπό την οικονομική ανάκαμψη στη Ευρώπη. Ο πτωχός συγγενής θεωρείται με το ένα πόδι έξω μάλλον.
Με αυτά ως δεδομένα και χωρίς να υπολογίζουμε τα απρόβλεπτα –όπως η πρόσφατη ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και οι κραδασμοί που προκάλεσε- αμφιβάλλω αν η ευκταία ήττα των λαϊκιστικών δυνάμεων και η νίκη της ΝΔ στις εκλογές αρκεί για την αποφυγή της χρεοκοπίας. Μετά τις εκλογές θα χρειστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια για να φτάσουμε εκεί που ήμασταν μερικούς μήνες πριν. Το βάρος αυτής της προσπάθειας δεν μπορεί να το αναλάβει μία πολιτική δύναμη. Θα χρειαστεί εθνική συνεννόηση και συναίνεση. Χρειάζονται μάλιστα από τώρα δεσμεύσεις για την παράταση και την ολοκλήρωση του παρόντος προγράμματος, εγκατάλειψη της διγλωσσίας, της παροχολογίας, της ανευθυνότητας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Μπροστά μας μόνο τα βράχια. Προσδεθείτε.

Θ.Π.

Η ομιλία του Γιάννη Μπουτάρη στα αποκαλυπτήρια του μνημείου για το Εβραϊκό Νεκροταφείο.

«Αν λοιπόν για εμάς, τους Θεσσαλονικείς μη Εβραίους, είναι τελικά αδύνατο να φανταστούμε τον πόνο των δικών μας Εβραίων, ίσως έχει έρθει επιτέλους η στιγμή να ψελίσουμε ότι και για τους Εβραίους συμπολίτες μας είναι πλέον αδύνατο να φανταστούν την ντροπή μας. Η πόλη της Θεσσαλονίκης άργησε αδικαιολόγητα πολύ να σπάσει τη σιωπή της και να αρχίσει να μνημονεύει την πιο ζοφερή στιγμή της ιστορίας της. Σήμερα όμως μπορεί να λέει ότι ντρέπεται για αυτή την άδικη και ένοχη σιωπή. Ντρέπεται για όσους δοσίλογους Θεσσαλονικείς συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, για όσους γείτονες καταχράστηκαν περιουσίες, για όσους πρόδωσαν εκείνους που προσπάθησαν να διαφύγουν. Κυρίως, ντρέπεται για τις αρχές της πόλης: για το δήμαρχο και το Γενικό Διοικητή που συμφώνησαν αδιαμαρτύρητα να καταστρέψουν οι εργάτες του δήμου εν μία νυκτί 500 χρόνια μνήμης, και να μετατρέψουν το μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο της Ευρώπης σε έναν κρανίου τόπο. Ντρέπεται για τον έφορο της αρχαιολογικής υπηρεσίας που «εξεπλάγη» όταν το 1946 η εβραϊκή κοινότητα διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση των επιτύμβιων πλακών ως οικοδομικού υλικού για την ανοικοδόμηση του ναού του Αγίου Δημητρίου. Και ντρέπεται για εκείνους τους πρυτάνεις που μετά τον πόλεμο έχτισαν την πανεπιστημιούπολη δίπλα και πάνω στα κατεστραμμένα μνήματα χωρίς να στήσουν μια αναθηματική πλάκα. Δεν έχει νόημα να απολογούμαστε εμείς σήμερα για τις πράξεις τους –η ευθύνη ούτε συλλογική είναι ούτε και μεταβιβάζεται. Αναγνωρίζουμε ωστόσο ότι οι θεσμοί που εκπροσωπούμε (αλλά και αποδεχόμαστε να μας εκπροσωπούν), δεν γεννήθηκαν χτες. Έχουν από πίσω τους μια ιστορία, είναι φορείς μνήμης με συνέχεια στο χρόνο.
Αναγνωρίζουμε δηλαδή ότι η απώλεια των 56.000 Εβραίων Θεσσαλονικέων είναι απώλεια για όλους μας –Χριστιανούς, Εβραίους και Μουσουλμάνους, άθεους και αγνωστικιστές. Είναι απώλεια για εκείνους που έζησαν αλλά και για όλους εκείνους που θα ζήσουν εδώ μετά από εμάς. Το Ολοκαύτωμα δεν σφράγισε μόνο το παρελθόν της πόλης μας, αλλά έκανε κάτι χειρότερο: της έκλεψε το μέλλον. Ποιος αμφιβάλλει ότι μια Θεσσαλονίκη μητέρα-πατρίδα μιας ανθούσας και κοσμοπολίτικης εβραϊκής κοινότητας θα ήταν μια άλλη πόλη; Επειδή λοιπόν η απώλεια είναι τελικά δική μας, η μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν αφορά μόνο την εβραϊκή κοινότητα αλλά όλους εμάς. Μας αφορά ως Θεσσαλονικείς, ως Έλληνες και Ευρωπαίους. Αποκαθιστά τους δεσμούς μας με την πόλη και συμβάλει στην ανθρωπιά μας».

του Δημήτρη Μαργαρίτη

Ο αείμνηστος κοινωνιολόγος Κώστας Παπαϊωάννου (1925-1981), ένας από τους βαθύτερους γνώστες του έργου του Μαρξ, σταχυολόγησε και συγκέντρωσε τις απόψεις που εξέφρασε ο Μαρξ πάνω στη διεθνή πολιτική του καιρού του και, ειδικότερα, πάνω στην εξωτερική πολιτική της τσαρικής Ρωσίας, για την οποία ήταν ενημερωμένος όσο ελάχιστοι συγκαιρινοί του, και τις σχολίασε αναλυτικά στο κείμενο του 1968 Η Δύση και η Ρωσία, και στο κείμενο του 1967 Ο Μαρξ και η διεθνής πολιτική, που περιέχονται στον τόμο Μαρξ και μαρξισμός ΙΙ. Τάξεις και ιστορία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2012, σ. 181-227 και 229-281 αντίστοιχα.
Ασφαλώς οι θέσεις του Μαρξ θα εκπλήξουν τους ρωσόφιλους της ελληνικής αριστεράς, εξαιρουμένων βεβαίως των μελών της μικρής Ο.Α.Κ.Κ.Ε. που είναι οι μόνοι πιστοί στις φανατικά αντιρωσικές διαθέσεις των μαρξικών διδαχών. Μάλιστα το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι η σφοδρότητα της ρωσοφοβίας του Μαρξ δεν ήταν στιγμιαία έκλαμψη, αλλά διαχρονική εμμονή που επαναλαμβανόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τις διεθνείς υποθέσεις, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι «η λέξη τιμή δεν υπάρχει στη ρωσική γλώσσα».
Το σλαβικό συνέδριο της 2ας Ιουνίου 1848, στην Πράγα, σηματοδότησε την πρώτη μαζική εμφάνιση των Σλάβων στην ευρωπαϊκή σκηνή. Για τον Μαρξ, αυτή η επιθετική επάνοδος του σλαβισμού ήταν η άλλη όψη του θριάμβου της αντεπανάστασης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Γιατί η νίκη της αντεπανάστασης στην κεντρική Ευρώπη σήμαινε «τον θρίαμβο της Ανατολής πάνω στη Δύση, την ήττα του πολιτισμού από τη βαρβαρότητα. Στη Βλαχία, οι Ρώσοι και τα όργανά τους, οι Τούρκοι, καταπιέζουν τους Ρουμάνους· στη Βιέννη, οι Κροάτες, οι Πανδούροι, οι Τσέχοι, οι Σερεσκάνοι και τα υπόλοιπα αποβράσματα πνίγουν τη γερμανική ελευθερία και ο τσάρος είναι πανταχού παρών στην Ευρώπη».
Όταν ακόμα κι ένας Προυντόν φανταζόταν, στα 1855, ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Β´ επρόκειτο «να κηρύξει στη χώρα του την Επανάσταση» και τον έβλεπε ήδη «να σηκώνει στα χέρια του το σκήπτρο της προόδου», ο Μαρξ, αντίθετα, εξαπέλυε δριμύτατες επιθέσεις στους βλακώδεις θαυμαστές του «λευκού τσάρου». Στα 1860, ο Μαρξ διακήρυσσε: «Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας καθόλου δε νοιάζεται για αρχές, με την πιο κοινή σημασία της λέξης. Δεν είναι ούτε νομιμόφρων ούτε κι επαναστατική, αλλά χρησιμοποιεί με την ίδια επιδεξιότητα όλα τα προσχήματα που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν την εδαφική επέκταση του κράτους, αδιαφορώντας τελείως για το αν θα το επιτύχει με τη νίκη των εξεγερμένων λαών ή επωφελούμενη από τις δυναστικές διαμάχες».
Στην τάση των ρωσόφιλων να προβάλλεται η Ρωσία σαν «απελευθερωτής της ανθρωπότητας» και υπέρμαχος της ελευθερίας των καταπιεζόμενων εθνών, ο Μαρξ απαντούσε καυστικά: «Η τάση να παρουσιάζεται η Ρωσία σαν προστάτιδα του φιλελευθερισμού και των εθνικών πόθων δεν είναι καινούργια. Η Αικατερίνη Β´ υμνήθηκε από μια ολόκληρη κλίκα Γερμανών και Γάλλων φιλοσόφων σαν σημαιοφόρος της προόδου. Ο «ευγενής» Αλέξανδρος Α´ περνούσε, στον καιρό του, για ήρωας του φιλελευθερισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη […] Ο Νικόλαος χαιρετίστηκε επίσης, πριν από το 1830, σε όλες τις γλώσσες, σε στίχους και σε πρόζα, σαν ο ήρωας που έμελλε ν’ απελευθερώσει όλες τις εθνότητες. Έτσι, στα 1828-1829, ανέλαβε, εναντίον του Σουλτάνου Μαχμούτ Β´, τον πόλεμο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, μετά την άρνηση του Μαχμούτ να επιτρέψει σε μια ρωσική στρατιά να διασχίσει την επικράτειά του, προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση των ίδιων αυτών Ελλήνων».
Ο Μαρξ θεωρούσε ότι οι Ρώσοι δεν κάνουν καν τον κόπο να κρύψουν το παιχνίδι τους: «Σε ένα μνημόνιο, που είχε ετοιμάσει για τον σημερινό τσάρο η ρωσική κυβέρνηση, στα 1837, διαβάζουμε: «Η Ρωσία δεν θέλει να ενσωματώσει αμέσως κράτη που κατοικούνται από αλλοεθνείς […]. Ενδείκνυται περισσότερο, προκειμένου για χώρες για τις οποίες έχει αποφασιστεί να κατακτηθούν, να τις αφήνουμε να υπάρχουν για λίγο κάτω από τους δικούς τους ηγέτες, αλλά πλήρως εξαρτημένες από τη Ρωσία, όπως έχουμε κάνει με τη Μολδαβία, τη Βλαχία κ.λπ.». Έτσι, πριν προσαρτήσει την Κριμαία, η Ρωσία την κήρυξε ανεξάρτητη». Σας θυμίζει κάτι αυτό; Και τι να πούμε για τις γενιές των «μαθητών» του Μαρξ που χαιρέτησαν με ενθουσιασμό τις προσαρτήσεις των Ρώσων και ύψωσαν παντού κολοσσιαία αγάλματα προς δόξαν του Στάλιν, φτάνοντας στο σημείο να μεταβάλουν τα γενέθλιά του (21 Δεκεμβρίου) σε υποκατάστατο των Χριστουγέννων.
Στην Εναρκτήρια έκθεση της Διεθνούς Ένωσης των εργαζομένων (1864) ο Μαρξ πρόσθεσε μια παράγραφο με την οποία καλούσε το παγκόσμιο προλεταριάτο να «διεισδύσει στα μυστήρια της διεθνούς πολιτικής» και να πολεμήσει «τις αναρίθμητες επεμβάσεις αυτής της βάρβαρης δύναμης, το κεφάλι της οποίας βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και το χέρι της μέσα σε όλες τις κυβερνήσεις της Ευρώπης». Σε άλλο χωρίο της ίδιας Έκθεσης ο Μαρξ καυτηριάζει την «ξεδιάντροπη έγκριση, τη φαινομενική συμπόνια ή την ηλίθια αδιαφορία, με τις οποίες οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης παρακολούθησαν την κατάκτηση του Καυκάσου και τη δολοφονία της Πολωνίας από τους Ρώσους», γιατί η προσάρτηση του Καυκάσου και η συντριβή της εξέγερσης της Πολωνίας ήταν, κατά τη γνώμη του Μαρξ, «τα δύο σημαντικότερα γεγονότα στην Ευρώπη, από το 1815 και μετά».
Μπορούμε μόνο να φανταστούμε το τι θα έλεγε, αν γνώριζε την κατάργηση, το 1938, του πολωνικού κομμουνιστικού κόμματος που είχε ιδρύσει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, από τον «μεγαλοφυέστερο μαθητή» του, και τον εξανδραποδισμό των ηγετών του, που είχαν την αφροσύνη να αποδεχτούν τη φιλοξενία του. Κι αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στη «διπλή σταλινο-ναζιστική γενοκτονία, που ακολούθησε τον τέταρτο διαμελισμό της Πολωνίας στα 1939-1941» (Κ. Παπαϊωάννου). Όπως έχασε τη θέση της στη χορεία των ανεξάρτητων εθνών η Πολωνία, «αυτό το τερατώδες κατασκεύασμα της συνθήκης των Βερσαλλιών» σύμφωνα με τον Μολότοφ (Ομιλία ενώπιον του ανωτάτου Σοβιέτ, 31-10-1939), τα ίδια κινδυνεύει να πάθει σήμερα η Ουκρανία, αυτό το «τεχνητό κατασκεύασμα» (τίνος;) σύμφωνα με τους εν Ελλάδι ενθουσιώδεις θιασώτες του μοσχοβίτικου ιμπεριαλισμού. Βέβαια, ο Στάλιν προσπάθησε να εξολοθρεύσει όλους τους Ουκρανούς αλλά δεν τα κατάφερε, επειδή ήταν πάρα πολλοί.
Ο Μαρξ έγινε ο ιστορικός και χρονικογράφος του ρωσικού ιμπεριαλισμού για να τον καταπολεμήσει καλύτερα. Όπως θύμισε περήφανος μια μέρα στον Λασάλ, από τα πρώτα βήματά του στην επανάσταση του 1848, θεώρησε τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας «ως την επαναστατική αποστολή της Γερμανίας». Σε μιαν ομιλία του μπροστά στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, ο Μαρξ επιτέθηκε στους «υπερασπιστές της ειρήνης πάση θυσία, που θέλουν ν’ αφήσουν αποκλειστικά στα χέρια της Ρωσίας τη δυνατότητα να διεξάγει πόλεμο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά και μόνο η ύπαρξη μιας δύναμης όπως η Ρωσία θα ήταν αρκετός λόγος για να παραμείνουν ένοπλες οι άλλες χώρες».
Ο Μαρξ επιτίθεται με σκληρότητα στις άτολμες δυτικές δυνάμεις που «παραδίδουν την Ευρώπη στον τσάρο», υποκύπτοντας στα «σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας» και τις «ανήθικες» μεθόδους του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Θεωρώντας την ακεραιότητα της οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ανάχωμα στον τσαρικό επεκτατισμό, δεν δίστασε να συμμαχήσει με τους ιμπεριαλιστές του Ντισραέλι και με τους τόρηδες της παλιάς σχολής, όπως ο μονομανής «υπεραντιδραστικός» Ούρκουαρτ, κάτι που προκάλεσε την έκπληξη του Λασάλ. Ο Μαρξ του απάντησε πως «είναι προφανές ότι, σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής, φράσεις περί «επανάστασης» και «αντίδρασης» δεν έχουν κανένα νόημα».
Κατά τον πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856), που έφερε αντιμέτωπες την Αγγλία με τη Ρωσία, ο Μαρξ ανήκει στην ακραία πτέρυγα των υπέρμαχων του πολέμου, ζητώντας να διεξαχθεί μέχρις εσχάτων. Μοιάζει απίστευτο ότι το 1855 θα πει πως «η αγγλική ολιγαρχία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας κάτω από την πίεση του λαού», και το 1862 θα πει, πιο συγκεκριμένα, του προλεταριάτου. Κεντρική θέση στη σκέψη του Μαρξ κατέχει το θέμα της σύγκρουσης δύο κόσμων, της Ανατολής εναντίον της Δύσης, η προαιώνια μονομαχία ανάμεσα στη «βαρβαρότητα» και τον «πολιτισμό». Δεν πίστευε στην ισότητα των πολιτισμών αλλά στην πανίσχυρη ροπή της παγκόσμιας ιστορίας για την πλανητική επικράτηση της δυτικής νεωτερικότητας. Γι’ αυτό θριαμβολογούσε για την καθυπόταξη των αγροτικών και βάρβαρων λαών της Ανατολής από τα αστικά και πολιτισμένα έθνη της Δύσης.
Για τον Μαρξ, το κομβικό σημείο της ευρωπαϊκής κατάστασης βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, η οποία πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο μιας καινούργιας, τέταρτης σταυροφορίας: «Τώρα που ο βάρβαρος από τις παγωμένες όχθες του Νέβα έχει χώσει τα γαμψά του νύχια πάνω στη μυθική Κωνσταντινούπολη και τις ηλιόλουστες όχθες του Βοσπόρου […]. Η πάλη για την Κωνσταντινούπολη θέτει το ερώτημα αν ο δυτικός πολιτισμός θα υποχωρήσει μπροστά στον βυζαντινισμό, ή αν ο ανταγωνισμός τους θα οξύνεται όλο και περισσότερο και θα λάβει μορφές φοβερότερες από κάθε άλλη φορά».
Αηδιασμένος από «την έκδηλη ανικανότητα των δυτικών κυβερνήσεων να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του δυτικού πολιτισμού απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα», αφού οι Δυτικοί αντιστέκονται «όχι με κανόνια, αλλά με διπλωματικές νότες», ο Μαρξ εναπόθεσε τις ελπίδες του στην «προσμονή μιας παρέμβασης της Αμερικής». Θεώρησε καλό οιωνό – λέει ο Παπαϊωάννου – την άφιξη μιας αμερικανικής φρεγάτας στα χωρικά ύδατα της Σμύρνης: «Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο το ότι η αμερικανική παρέμβαση στην Ευρώπη αρχίζει από την Ανατολή. Γιατί, πέρα από την εμπορική και στρατιωτική σημασία της, η Κωνσταντινούπολη έχει τέτοια ιστορική σημασία, ώστε η κατοχή της έχει γίνει αντικείμενο μιας ανελέητης σύγκρουσης ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Και η Αμερική είναι ο πιο νέος και ο πιο σφριγηλός εκπρόσωπος της Δύσης».
Για τον Μαρξ, το ρωσικό ζήτημα δεν περιείχε κανένα μυστήριο. Η ρωσική διπλωματία «βασίζεται σε μια πολύ απλή ιδέα: η Ρωσία δεν έχει κανένα κοινό συμφέρον με κανένα άλλο έθνος, αλλά το κάθε έθνος χωριστά οφείλει να πειστεί ότι έχει κοινά συμφέροντα με τη Ρωσία, αποκλείοντας κάθε άλλη δύναμη». Θα προσθέσει: «Το μόνιμο συμφέρον της Ρωσίας απαιτεί οι ευρωπαϊκοί λαοί, των οποίων είναι ο κοινός εχθρός, να αλληλοσπαράσσονται». Και με λίγη δόση ζωολογίας: «Η ρωσική αρκούδα είναι ικανή για όλα, ιδιαίτερα όταν γνωρίζει ότι οι ανταγωνιστές της, τα άλλα ζώα, δεν είναι ικανά για τίποτα».

Δημήτρης Μαργαρίτης, κοινωνιολόγος

του Θανάση Πολλάτου

Δεν ξέρω αν η απόφαση του Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ να αποσυρθεί από την πολιτική θα καταφέρει τελικά να υπερισχύσει του πάθους του. Μπορεί αυτό το τελευταίο να τον σύρει ξανά πίσω στην πολιτική αρένα. Παρ’ όλ’ αυτά αυτή εδώ μοιάζει η ιδανική ευκαιρία να  αναγνωρίσουμε -εγώ και μερικοί άλλοι και άλλες , φαντάζομαι- πως του χρωστάμε. Του χρωστάμε πρώτα απ’ όλα την παιδευτική αξία του παραδείγμάτος του, του χρωστάμε πως μας έμαθε τον τρόπο να ξεκολλά κανείς από τα λασπόνερα του ουτοπισμού και να αναζητεί νέους δρόμους στην πολιτική του σκέψη και πράξη· να παραμένει αυτός που είναι εξελισσόμενος, προχωρώντας  παραπέρα. Να αγνοεί τις κατηγορίες για την εγκατάλειψη του ορθού δόγματος, να προσανατολίζεται με τις δικές του πνευματικές δυνάμεις, να μαθαίνει από τα λάθη του, να αμφισβητεί, να είναι τελικά ελεύθερος. Να υποτάσσεται μονάχα στην αδήριτη ανάγκη της αλήθειας και του ειλικρινούς ορθώς πράττειν που πασχίζει να συνδυάζει την ουτοπία με το ρεαλισμό εκβάλλοντας ως αυτό που ο Ντάνι ονόμασε εξοργίζοντας τα «επαναστατικά» ιερατεία πάσας απόχρωσης «ριζοσπαστικό ρεφορμισμό».

Το ότι ο Ντάνι έμεινε τελικά κομματικά ανέστιος διαρρηγνύοντας τη σχέση του με τους Πράσινους, το κόμμα το οποίο δημιούργησε ο ίδιος, «με τα χέρια του» και το οποίο δυστυχώς υποκύπτει ολοένα και περισσότερο στις αριστερίστικες καταβολές των στελεχών του, δεν αποτελεί αξιοπρόσεκτο γεγονός, αλλά επικύρωση της υπαρξιακής θέσης του. Ο Κον-Μπεντίτ ήταν πάντοτε προδότης των Μεγάλων Αφηγήσεων, «σταματήστε να μου λέτε για το Μάη» εξανίστατο κάθε τόσο, απεκδυόμενος τη μυθολογία του γεγονότος. Ήταν πάντοτε άπατρις, Γερμανός, Εβραίος, Γάλλος, και τελευταία επίδοξος Έλληνας. Ήταν πολίτης μιας ουτοπίας που δεν δημιουργήθηκε ακόμα, αλλά που ζει μέσα μας και φωτίζει το μέλλον μας: της Ευρώπης, με το βαθύτερο νόημα που μπορεί η λέξη αυτή να διαθέτει των αντιφάσεών της περιλαμβανομένων.

Των Βασίλη Αλεξάκη, Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, Ουμπέρτο Εκο, Χουάν Λουίς Θεμπριάν, Γιόργκι Κόνραντ, Τζούλια Κρίστεβα, Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, Κλάουντιο Μάγκρις, Χανς Κρίστοφ Μπουχ, Σαλμάν Ρούσντι, Φερνάντο Σαβατέρ, Πίτερ Σνάιντερ

«Η Eυρώπη δεν είναι σε κρίση, πεθαίνει.

Οχι η Ευρώπη ως έδαφος, φυσικά.
Αλλά η Ευρώπη ως Ιδέα.
Η Ευρώπη ως όνειρο και ως σχέδιο».
Αυτή είναι η Ευρώπη, σύμφωνα με τον [φιλόσοφο και φαινομενολόγο] Εντμουντ Χούσερλ [στον οποίον ανήκουν τα λόγια που προηγούνται], έτσι όπως την επαίνεσε σε δύο μεγάλες διασκέψεις που πραγματοποιήθηκαν το 1938 στη Βιέννη και στην Πράγα, την παραμονή της ναζιστικής καταστροφής.
Η Ευρώπη ως βούληση και ως έκφραση, ως όραμα και ως οικοδόμημα, αυτή η Ευρώπη που διαμόρφωσαν οι γονείς μας, αυτή η Ευρώπη που μετατράπηκε σε νέα ιδέα, ικανή να στηρίξει τους λαούς που μόλις είχαν βγει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με ειρήνη, ευημερία και διάδοση της δημοκρατίας άνευ προηγουμένου, διαλύεται και πάλι μπροστά στα μάτια μας.
Διαλύεται στην Αθήνα, ένα από τα λίκνα της, εν μέσω της αδιαφορίας και του κυνισμού των αδελφών εθνών. Υπήρξε μια εποχή, του φιλελληνικού κινήματος του 19ου αιώνα, κατά την οποία από τον Σατωβριάνδο έως τον Βύρωνα του Μεσολογγίου, από τον Μπερλιόζ έως τον Ντελακρουά και από τον Πούσκιν έως τον νεαρό Βίκτωρα Ουγκώ, όλοι οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, τα μεγάλα μυαλά της Ευρώπης έσπευσαν σε βοήθεια της Ελλάδας και συνηγόρησαν υπέρ της ελευθερίας της. Σήμερα είμαστε μακριά από αυτό. Και δίνεται η εντύπωση ότι οι κληρονόμοι εκείνων των μεγάλων Ευρωπαίων – την ώρα που οι Ελληνες δίνουν μια νέα μάχη εναντίον μιας άλλης μορφής παρακμής και υποταγής – δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να τους επιπλήττουν, να τους στιγματίζουν, να τους υποτιμούν και – με ένα σχέδιο που επιβάλλεται από το πρόγραμμα λιτότητας το οποίο προτρέπονται να ακολουθήσουν – να τους στερούν την αρχή της κυριαρχίας, την οποία πριν από πολύ καιρό εκείνοι είχαν εφεύρει.
Διαλύεται στη Ρώμη, στο άλλο λίκνο της, στον άλλο πυλώνα της ηθικής και των γνώσεών της, το άλλο μέρος που εφηύρε τη διάκριση μεταξύ του νόμου και του δικαιώματος, μεταξύ του να είσαι άνθρωπος και του να είσαι πολίτης, που διαμόρφωσε τη βάση του δημοκρατικού μοντέλου έτσι όπως εξαπλώθηκε όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλον τον κόσμο: αυτή η ρωμαϊκή κρήνη μολύνθηκε από τα δηλητήρια του μπερλουσκονισμού, ο οποίος δεν δείχνει να εξαφανίζεται. Διαλύεται η πνευματική και πολιτιστική πρωτεύουσα που, κάποιες φορές, συμπεριλαμβάνεται μαζί με την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία στα περίφημα «PIIGS», στα οποία επιτίθενται κάποια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα χωρίς συνείδηση ούτε μνήμη, διαλύεται η χώρα που δίδαξε την ομορφιά στην Ευρώπη και σήμερα δείχνει ο ασθενής της ηπείρου. Τι δυστυχία! Οποία γελοιότητα!
Διαλύεται και σε άλλα μέρη, από τη Δύση στην Ανατολή, από τον Βορρά στον Νότο, με την άνοδο του λαϊκισμού, του σοβινισμού, των ιδεολογιών του αποκλεισμού και του μίσους, που η Ευρώπη είχε αποστολή να περιθωριοποιήσει, να αποδυναμώσει. Να που επιστρέφουν ντροπιαστικά και σηκώνουν το κεφάλι. Πόσο μακρινή δείχνει η εποχή όπου στους δρόμους της Γαλλίας, σε αλληλεγγύη για έναν φοιτητή που τον προσέβαλαν, φωνάζαμε: «Είμαστε όλοι Γερμανοί Εβραίοι»! Πόσο μακρινές φαντάζουν οι κινήσεις αλληλεγγύης σε Λονδίνο, Βερολίνο, Ρώμη, Παρίσι προς τους διαφωνούντες της άλλης Ευρώπης που ο Μίλαν Κούντερα αποκαλούσε αιχμαλωτισμένη Ευρώπη! […]
Παλιά λέγαμε: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα.
Σήμερα λέμε: Πολιτική ένωση ή βαρβαρότητα.
Θα έπρεπε να πούμε: ομοσπονδιοποίηση ή έκρηξη και, στην τρέλα της έκρηξης, κοινωνική οπισθοδρόμηση, ανασφάλεια, ανεργία στα ύψη και φτώχεια.
Θα έπρεπε να λέμε: Η Ευρώπη προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποφασιστικά προς την πολιτική ενοποίηση ή βγαίνει από την Ιστορία και βυθίζεται στο χάος.
Δεν υπάρχει άλλη επιλογή: πολιτική ένωση ή θάνατος. Ενας θάνατος που θα μπορούσε να πάρει πολλές μορφές. Θα μπορούσε να διαρκέσει δύο, τρία, πέντε, δέκα χρόνια και να προηγηθούν αρκετά «διαλείμματα» που θα δίνουν την αίσθηση ότι τα χειρότερα έχουν περάσει.
Ωστόσο έρχονται. Η Ευρώπη θα βγει από την Ιστορία. Είτε έτσι είτε αλλιώς, εάν δεν κάνει κάτι, θα εξαφανισθεί. Αυτό δεν αποτελεί πλέον μια υπόθεση, έναν αόριστο φόβο, ένα κόκκινο πανί για να εκφοβίζονται οι απείθαρχοι Ευρωπαίοι. Είναι βεβαιότητα. Μοιραίος και αξεπέραστος ορίζοντας. Ολα τα άλλα – μαγικά κόλπα κάποιων, μικρές συμφωνίες άλλων, ταμεία αλληλεγγύης εδώ, τράπεζες σταθεροποίησης εκεί – χρησιμεύουν μόνο για να καθυστερήσει το τέλος και να διασκεδάσει την ψευδαίσθηση της παράτασης.

του Θανάση Πολλάτου

cti_flex_logoΈχει ήδη κυλήσει αρκετό νερό στο αυλάκι της κρίσης ώστε να γίνει κατανοητό, σε όσους και σε όσες φυσικά έχουν την ικανότητα να το κατανοήσουν, πως το μέλλον της χώρας ορίζεται με βάση τον προσανατολισμό της, την επιλογή της μπροστά στο δίπολο εξευρωπαϊσμός ή αφρικανοποίηση. Όλα τα υπόλοιπα σενάρια θα πρέπει να συνομαδωθούν με βάση αυτήν την κεντρική επιλογή. Κάθε συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τις προοπτικές της οικονομίας ακολουθούν την κεντρική στρατηγική επιλογή, δεν προηγούνται αυτής. Τουτέστιν, στο τρένο μπαίνεις ή δεν μπαίνεις. Και η συζήτηση για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών, την τιμή του εισιτηρίου κ.λπ. μπορεί να γίνει είτε στην πολυκοσμία των βαγονιών είτε στην ερημιά του σιδηροδρομικού σταθμού όταν το τρένο θα έχει απομακρυνθεί. Θα πρόκειται όμως σε κάθε περίπτωση για μία συζήτηση λίγο ή πολύ φιλολογική, υποταγμένη δηλαδή στο γεγονός πως οι ιδέες κυριαρχούνται τελικά από την πράξη και όχι το αντίστροφο.

Η συζήτηση αυτή μπορεί να έχει το χαρακτήρα μιας διαπραγμάτευσης με τους συνεπιβάτες όλων των θέσεων η οποία θα συνδυαστεί ασφαλώς με μια διαρκή και κοπιώδη προσπάθεια ισχυροποίησης της θέσης και ανάκτησης της διαπραγματευτικής δύναμης της χώρας. Ή μπορεί να έχει το χαρακτήρα του παρανοϊκού μονολόγου στον έρημο σταθμό, δηλαδή μιας εύπεπτης λαϊκίστικης αφήγησης για την ήττα, για την οικολογική καταστροφή που προκαλούν οι ατμομηχανές, για τις συνωμοσίες που εξυφαίνονται από γήινες και εξωγήινες δυνάμεις εις βάρος του περιούσιου λαού και άλλα τέτοια αναμασήματα της εθνικολαϊκιστικής ιδεολογίας. Αυτή πάντως η αφήγηση οφείλουμε να ξέρουμε ότι προαλείφεται να καταστεί η εθνική αφήγηση των χρόνων της απομόνωσης που έπονται της χρεοκοπίας. Τα δείγματα των προφητών της αφρικανοποίησης που κατοικοεδρεύουν στο πολιτικό, κοινοβουλευτικό και κοινωνικό σκηνικό είναι ενδεικτικά σύμβολα αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει. Τα κτηνώδη μπράτσα και οι βουλευτικές άδειες οπλοφορίας προοικονομούν τις μαφίες και το φαρ ουέστ, δηλαδή την επίσημη εγκαθίδρυση της βίας και της τρομοκρατίας στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Λαϊκιστές δημοσιογράφοι, πρόθυμοι εκδότες, ευέλικτοι πολιτευτές και συνδικαλιστές, άνθρωποι του υποκόσμου θα στελεχώσουν το νέο καθεστώς. Άνθρωποι σαν κι αυτούς που στελέχωσαν το καθεστώς της δικτατορίας, άνθρωποι σαν κι αυτούς που στελέχωναν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και μερικές από τις μαφιοκρατίες που τα διαδέχθηκαν. Τα πρόσωπα αυτά είναι ήδη ορατά στη μικρή μας δημοκρατία της Βαϊμάρης, ήταν ήδη παρόντα με τον τρόπο που μπορούσαν και σε ό,τι προηγήθηκε. Ο νέος τύπος ανθρώπου, δηλαδή ο παλιός,  θα είναι αυτός που θα συμβιβάζεται, θα εξυπηρετεί, θα ανελίσσεται για να επιζήσει κερδίζοντας την εύνοια της οικονομικοπολιτικής ολιγαρχίας πατώντας στα κεφάλια των άλλων. Αυτό που θα αλλάξει πραγματικά, αυτό που έχει αλλάξει ήδη, είναι το μέγεθος της πίτας και η αυξανόμενη ένταση της ανθρωποφαγίας που επιτάσσει η νομή της· και το μέγεθος της πίτας είναι αντιστρόφως ανάλογο της έντασης της ανθρωποφαγίας. Επιπλέον, η ευθυγράμμιση με το αφρικανικό πρότυπο σημαίνει και οριστικό αποχαιρετισμό σε κάθε ψήγμα φερ πλέι που επέβαλλαν οι –ελλιπείς έστω- θεσμοί του κράτους δικαίου. Πόλεμος όλων εναντίον όλων, λοιπόν, άρση του χομπσιανού συμβολαίου μη επίθεσης διαμέσου της ήδη εκπληρωμένης προϋπόθεσης της κατάργησης του εγγυητή του. Και η νέα ισορροπία θα επιτευχθεί με την επικράτηση ενός νέου κυρίαρχου· χωρίς όρους του παιχνιδιού και προσχήματα, όμως. Φυγή προς τα πίσω, λοιπόν.

Το ενδεχόμενο της αφρικανοποίησης εκπροσωπείται επαρκώς στο πολιτικό σκηνικό της εποχής κυρίως λόγω της γενετικής του σχέσης με το αμαρτωλό παρελθόν του οποίου αποτελεί και συνέχεια. Η σημειολογική εκπροσώπηση του ευρωπαϊκού μέλλοντος είναι όμως ελλιπέστερη. Δεν υπάρχει καμία συγκροτημένη ομάδα με σημαντική επί του παρόντος επιρροή που να εκφράζει με αμιγή τρόπο το ευρωπαϊκό ενδεχόμενο. Υπάρχει όμως μια οιονεί τάση μετασχηματισμού των παραδοσιακών φαντασιακών δομών και των θεσμικών τους αντιστοίχων. Το κυρίαρχο κομματικό μόρφωμα της μεταπολίτευσης, αυτό που εκπροσώπησε υποδειγματικά τη σοβούμενη διφυΐα, τη διγλωσσία, το αλληθώρισμα του προσανατολισμού το οποίο διατυπώθηκε εν τέλει ρητά ως κεντρικό υπαρξιακό δίλημμα της νεοελληνικής ιστορίας από τον ιστορικό καταλύτη της κρίσης, πνέει τα λοίσθια αρθρώνοντας μαρτυρικά αυτή του τη διφυΐα ως βίαιο κερματισμό και κατάσχιση των σαρκών του. Και καθώς ο βίαιος αυτός κερματισμός αντιστοιχεί απόλυτα με τον κερματισμό της κοινωνίας, οι ωδίνες του συνιστούν ταυτόχρονα κύκνειο άσμα αυτού που τελειώνει και σάλπισμα αυτού που δύναται να γεννηθεί ως πραγματικά νέα ιστορική δυνατότητα. Η επιλογή, λοιπόν, της ευρωπαϊκής προοπτικής εκφράζεται ως σήμερα μονάχα αποσπασματικά μολονότι διαθέτει έναν στρατηγικό σύμμαχο μεγάλου βεληνεκούς: την πραγματικότητα. Η ιστορία των τελευταίων μηνών αποδεικνύει πως η επαφή με την πραγματικότητα, συνιστά λυδία λίθο και οδηγεί νομοτελειακά στην εμπέδωση της  πραγματικής θέσης της χώρας, των διαπραγματευτικών της ικανοτήτων και των προοπτικών της πέρα από την εκάστοτε αντιπολιτευτική αερολογία.

Καθώς, λοιπόν, στο πλαίσιο αυτού του πραγματισμού οι επιλογές είναι ελάχιστες, το ενδεχόμενο συστράτευσης με ό,τι επιτάσσει η ορθολογική προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης, ενισχύεται. Και τελικά, ο χρόνος λειτουργεί ως σύμμαχος στην προσπάθεια της επικράτησης της λογικής. Έτσι, ενώ το μεταρρυθμιστικό μέτωπο εμφανίζεται κατακερματισμένο, η υπόγεια λειτουργία της πανουργίας του Λόγου του φροντίζει ούτως ώστε η πραγματικότητα να αποσαθρώνει τα συμπλέγματα του παραλογισμού και η διαφαινόμενη επαφή με την εξουσία, δηλαδή με την πραγματικότητα, να λειτουργεί ως κατευναστικό των ανερμάτιστων ντελιρίων. Η επαφή αυτή με την πραγματικότητα, ο εξορθολογισμός και η βελτίωση της θέσης της χώρας δεν αποτελούν απλά ιδεολογικές επιλογές ή επιλογές γούστου. Αποτελούν το μονόδρομο, την προϋπόθεση για τη δυνατότητα άσκησης οποιασδήποτε συντεταγμένης δευτερογενούς πολιτικής που κινείται πάνω στον άξονα αριστερά – δεξιά. Στο πεδίο της λογικής δεν μπορεί να επιζήσει καμία πολιτική δεξιά ή αριστερή, εθνική ή κοινωνική, αν δεν δέχεται τις απαραίτητες προϋποθέσεις της αυτοσυντήρησης της χώρας, της γεωπολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής της επιβίωσης.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, και ιδιαιτέρως εκείνο με την προοπτική της εξουσίας, εκλογικεύεται όχι μόνο μπροστά στο ενδεχόμενο της κατά πρόσωπο επαφής με την πραγματικότητα, αλλά και μέσα από την αργή αλλά σταθερή ευθυγράμμιση με την πραγματικότητα των ίδιων των ψηφοφόρων του, των οποίων τα ποιοτικά –ταξικά, πολιτισμικά, μορφωτικά, ηλικιακά- χαρακτηριστικά συντείνουν τελικά προς μια τέτοια  αργή ή ταχεία εξέλιξη. Ακόμα και ο κυνισμός των επαγγελματιών πολιτικών και συνδικαλιστών που συστρατεύονται σωρηδόν με την αξιωματική αντιπολίτευση με σκοπό τη μελλοντική νομή της εξουσίας είναι ικανός να συμβάλλει, παρά την ηθική εξαθλίωση την οποία αντιπροσωπεύει, στο μετριασμό των ακροτήτων.

Αυτό που μένει να εμφανιστεί, λοιπόν, στο προσκήνιο είναι η πολιτική και κυρίως κοινωνική έκφραση ενός δυναμικού μεταρρυθμισμού που θα ρυμουλκήσει διανοίγοντας το πεδίο της συζήτησης και σπάζοντας τα ταμπού της συντήρησης, ακόμα και τα πιο καθυστερημένα στοιχεία της κοινωνίας. Όσον αφορά στην πολιτική έκφραση αυτού του χώρου, ακόμα και το μέρος εκείνο του πολιτικού συστήματος που αποκαθιστά σιγά σιγά την επαφή του με την ευρωπαϊκή προοπτική, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι μια ευκταία ανάπτυξη της οικονομίας θα δημιουργήσει στρώματα των οποίων τα ποιοτικά στοιχεία του δυναμισμού θα μπορέσουν αντισταθμίσουν και να υπερκεράσουν τις καθηλωτικές τάσεις που εκφράζονται από τις ως τώρα ποσοτικά μόνο υπέρτερες δυνάμεις της συντήρησης.

Ο τρόπος με τον οποίο θα εκφραστεί ο χώρος αυτός και η δυναμική που θα αναπτύξει επιταχύνοντας τις εξελίξεις μένουν να φανούν. Είναι πάντως απαραίτητο, αν η άρθρωση των ιστορικών δυνατοτήτων είναι όπως τη φανταζόμαστε εδώ, προσανατολισμένη δηλαδή προς τις δύο αλληλοαποκλειόμενες προοπτικές του εξευρωπαϊσμού και της αφρικανοποίησης, να εμφανιστούν στο ιστορικό προσκήνιο οι δυνάμεις εκείνες που εκπροσωπούν τη μία ή την άλλη λογική. Η συνεκτικότητα της ιστορικής ανάπτυξης των επιλογών επιτάσσει μια τέτοια εκτίμηση. Είναι αυτή η συνεκτικότητα δεδομένη; Είναι πράγματι αυτές μόνο οι διαφαινόμενες προοπτικές; Αδύνατο να απαντήσουμε εκ των προτέρων. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι μια ανάλυση της πραγματικότητας με τα δεδομένα που έχουμε και από το σημείο που στεκόμαστε και με μοναδικό εχέγγυο τη δέσμευσή μας να κρατάμε τα μάτια μας ανοικτά. Κι αφού κάθε οπτική είναι οπτική από κάπου και όχι πανοραμική θέαση από κάποιο αρχιμήδειο σημείο, ο καθένας και η καθεμία μπορεί να τοποθετήσει τον εαυτό του μπροστά στα ιστορικά ενδεχόμενα και να αποφασίσει που ανήκει και σε ποιες ιστορικές απαιτήσεις μπορεί να ανταποκριθεί. Η καταγγελία της πραγματικότητας πάντως δεν είναι μεταξύ των επιλογών. Ισοδυναμεί με το  δημοφιλές μέσο της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας εναντίον του… Νεύτωνα ενώ μάλιστα η ελεύθερη πτώση έχει ήδη ξεκινήσει. Η απάντηση σε τέτοιες περιπτώσεις δίνεται όπως είναι αυτονόητο άμεσα, χωρίς νομικίστικες χρονοτριβές από τον καθ’ ύλην αρμόδιο: το έδαφος. Αλλά οφείλουμε επιπλέον να επισημάνουμε κάτι που μπορεί με την εμπειρία των τελευταίων ετών και ιδιαιτέρως με την εμπειρία των αγανακτισμένων πλατειών, της απαξίωσης και της αυτοαπαξίωσης του πολιτειακού συστήματος κ.λπ. να γίνει ευκολότερα κατανοητό. Στο πεδίο της ιστορίας βασιλεύει αυτό που ο Παναγιώτης Κονδύλης αναγνώριζε ως βασική όψη της ενδεχομενικότητας του κοινωνικο-ιστορικού πεδίου, η «ετερογονία των σκοπών» αναφερόμενος μεταξύ άλλων στον τρόπο με τον οποίο μια καλή αλλά αφελής πρόθεση μπορεί να οδηγήσει μέχρι την καταστροφή. Γι’ αυτό οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί.

Η ως τώρα έκβαση της υποθέσεως πάντως, το γεγονός ότι ο ασθενής βρίσκεται ακόμα εν ζωή επιτρέπει μια κάποια αισιόδοξη ανάγνωση της πραγματικότητας και μια αντίστοιχη διάγνωση των πραγματικών επιθυμιών της κοινωνίας. Η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν επιθυμεί την καταστροφή της. Έχει τη -συγκεκαλυμμένη ασφαλώς- σοφία απορρέουσα από τις επιταγές της ίδιας της αυτοσυντήρησής της να επιλέγει την ευρωπαϊκή της προοπτική, ακόμα κι όταν ανεβαίνει στα κεραμίδια. Κι αυτό γιατί έχει να χάσει κάτι περισσότερο από τις αλυσίδες της. Θα ήμασταν άραγε αρκετά μαρξιστές αν παραφράζαμε τον Μαρξ λέγοντας πως δεν έχει σημασία τι ο α ή ο β Έλληνας λέει, σημασία έχει αυτό με το οποίο είναι καθορισμένος να συνταχθεί; Καθορισμένος από το επίπεδο της ζωής του, από τη στενότητα των επιλογών και από την ικανότητά του να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις οποιουδήποτε άλλου σεναρίου. Σε αυτό το μέτωπο τουλάχιστον, τα χάσματα και οι πιθανότητες του ατυχήματος εξαντλούνται στους διανοητικούς περιορισμούς –των ιδεοληψιών περιλαμβανομένων- και στις ψευδαισθήσεις που δεν επιτρέπουν την αντίληψη της κατάστασης. Απέναντι στη διανοητική υποτάξη που τρέφεται με τις συνωμοσιολογίες και το σκότος αλληθωρίζοντας προς την κοινωνική και πολιτική εκείνη κατάσταση όπου θα μπορεί να δικαιωθεί παρασύροντας τη χώρα στα βάραθρά της, ο αγώνας είναι διαρκής και αμείλικτος· και τα διαφωτιστικά όπλα είναι, όπως πάντα, πρόσφορα.

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2012 και έκτοτε παρέμεινε «στο συρτάρι». Ίσως να έχει κάτι να πει ακόμα και τώρα. Θ.Π.

του Παναγιώτη Σιαβελή

cti_flex_logoΥποδοχή, μια σχέση η οποία προϋποθέτει την ετερότητα και την αναγνώρισή της ως τέτοια. Ταυτόχρονα, η υποδοχή απαιτεί και μερική άρνηση της ετερότητας, καθότι τα υποκείμενα που συναντώνται σε αυτήν τη σχέση, οφείλουν σε αυτήν (για να την κάνουν δυνατή ή για να την εκπληρώσουν) έναν ελάχιστο βαθμό ταυτότητας, λίγες ακμές που να διαγράφονται στα όρια της ουσιολογικής τους συν-ύπαρξης και συγγένειας, πάνω στις οποίες η υποδοχή θα κάνει τα όποια βήματά της. Έτσι, για να υποδεχτώ οτιδήποτε, για να αντιληφθώ οτιδήποτε ως ικανό οποιουδήποτε είδους υποδοχής, πρέπει προηγουμένως να αναγνωρίσω σε αυτό έναν τρόπο, ένα μηχανισμό, μιαν αίσθηση, ένα στοιχείο, κάτι τέλος πάντων, το οποίο να μιλά κάποια από τις γλώσσες της δικιάς μου ύπαρξης.

Το υποκείμενο, το αντικείμενο ή η κατάσταση που τυγχάνει υποδοχής, το πρόσημο και ο τρόπος που αυτή ξεδιπλώνεται και η καινούργια πραγματικότητα που διαμορφώνει, αποτελούν καθρέφτες μέσα από τους οποίους μπορούμε να ρίξουμε ματιές στον κόσμο όπως αυτός φαίνεται μέσα από τα μάτια του υποκειμένου που προχωρά στην υποδοχή.

Στην ελληνική κοινωνία, μια μικρή σκιαγράφηση κάποιων υποδοχών της τελευταίας 35ετίας, αυτών που εκτυλίχθηκαν σαν κυρίαρχο κοινωνικό φαινόμενο, σαν στιγμές ορόσημα, φανερώνει κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για τα συλλογικά (κάποτε) και τα ατομικά υποκείμενα: την σταδιακή παρακμή και εντέλει την έκλειψη της γοητείας που τους ασκούσαν οι άνθρωποι-σύμβολα, τη σταθερά μειούμενη αναλογία των συλλογικών οραμάτων προς όφελος των ατομικών, μιαn επέκταση του θεαματικού σε βάρος του πραγματικού, αλλά και μια περίεργη συσσωμάτωσή τους, σε μια κατάσταση αμοιβαίας έκπτωσης και βίαιης προσαρμογής τους στην κυριαρχούσα αλλά παραπαίουσα ατομικότητα.

24 Ιουλίου 1974: έρχεται

Πλήθος ανθρώπων υποδέχεται τον Εθνάρχη. Υποδέχεται το σύμβολο που υπόσχεται δημοκρατία, σε μια κατάσταση όπου σύμβολο και πραγματικότητα συνδέονται. Η υπόσχεση που κουβαλά η μορφή είναι άξια υποδοχής, ως έχουσα σαφή σύνδεση με την κοινωνική πραγματικότητα. Και η κοινωνική πραγματικότητα είναι ακόμα ζητούμενο που απασχολεί -και άρα δημιουργεί- το συλλογικό υποκείμενο «ελληνική κοινωνία».

Ιανουάριος 1990: ανεβαίνοντας στις ταράτσες

Η αλλαγή σάρωσε. Η δημοκρατία εμπεδώθηκε και περνά σε δεύτερο πλάνο, ως κερδισμένη και αυτονόητη. Αδιαμφισβήτητα, όμως, χρειάζεται επικύρωση, η οποία θα επιτευχθεί με το μάζεμα των καρπών της: οι Έλληνες σκαρφαλώνουν ομαδικά -με ορμή κτήνους και με ταλέντο ακροβάτη- στις ταράτσες, ρυθμίζοντας κάθε τρεις και λίγο τις κεραίες τους, για να υποδεχτούν τα καινούργια σήματα από τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Η ενθουσιώδης υποδοχή αφορά στο μέσο, το οποίο, αν και εξόφθαλμα υποσχόμενο κυρίως τον εαυτό του, το θέαμα, δεν παύει να κουβαλά μέσα του και κάτι άλλο, εξίσου θελκτικό, την υπόσχεση της προσωπικής, πλέον, αφθονίας: μπαίνουμε για τα καλά στην Ευρώπη, εκσυγχρονιζόμαστε, το όνειρο της Δύσης διοχετεύεται μέσα από τα καλώδια του σαλονιού μας και φωτίζει ζεστά τα πρόσωπα και τις καρδιές μας (burgers, ταξίδια, μόδα, μουσικές, κοινωνική ανέλιξη, lifestyle, ανάπτυξη, πασαρέλες, αυτοκίνητα, πισίνες, γκαζόν, σαμπουάν, εξοχικά, αεροπλάνα, όλα εκεί, σαν παραμυθένια υπόσχεση προόδου, σαν σίγουρο και επιθυμητό μέλλον). Κι όλα αυτά με ένα σάλτο στην ταράτσα κι ένα τηλεκοντρόλ. Από υπόθεση συλλογικότητας, η λαχτάρα, η υπόσχεση και η υποδοχή του μέλλοντος αφέθηκε στις ορειβατικές ικανότητες του καθενός ξεχωριστά.

 5 Ιουλίου 2004: γεμίζοντας τους δρόμους, ταυτόχρονα αφήνοντάς τους άδειους

Η Ελλάδα υποδέχεται τους ήρωες του Euro 2004. Ήρωες μιας τηλεοπτικής παραγωγής που ονομάζεται ποδόσφαιρο και που δεν συμβολίζει τίποτα. Ήρωες που είναι ήρωες μόνο και μόνο επειδή κυριάρχησαν στο μοναδικό πεδίο από το οποίο αντλεί η κοινωνία ήρωες, το τηλεοπτικό. Πλέον καμιά υπόσχεση δε βγαίνει μέσα από αυτούς, γενικότερα, καμία απολύτως δεν βγαίνει μέσα από το κουτί, όλες διαψεύστηκαν ή εκπληρώθηκαν, και δεν αναζητήθηκε καμία να τις αναπληρώσει. Αλλά έμεινε το κουτί, σαν τόπος που μπορούμε να κατοικήσουμε. Το μέσο που φανέρωνε τα σύμβολα απέμεινε μόνο σύμβολο το ίδιο, σύμβολο μιας ιδανικής αυτό-ικανοποιούμενης κατάστασης που το εμπεριέχει, την διυποκειμενική σχέση τηλεθεατή-τηλεόρασης. Και ύστερα ο συμβολισμός συρρίκνωσε την πραγματικότητα, έγινε αυτή, και δεν χρειάζεται πια τον εαυτό του. Το θεαματικό που προσφέρεται/βιώνεται δεν υπόσχεται τίποτα το πραγματικό. Αλλά το αντικαθιστά επάξια, όντας πιο όμορφο και προσαρμοζόμενο εύκολα στις απαιτήσεις μας: με το πάτημα ενός κουμπιού αλλάζει ολόκληρη η πραγματικότητα, αρκεί να αποδεχτείς πως αυτή τελειώνει πίσω από την επίπεδη οθόνη. Μια τελευταία βόλτα στην παλιά πραγματικότητα, στους δρόμους της Αθήνας, σαν επιτάφιος του πραγματικού: το βλέμμα διψά για την γνώριμη εικόνα των Ηρώων του Euro. Το πλήθος, ακρωτηριασμένο ελλείψει τηλεχειριστηρίου και άμαθο στο να χειρίζεται μια πραγματικότητα που δεν υπακούει σε κουμπιά, δεν ξέρει τι να κάνει. Σχεδόν ενστικτωδώς, σαν στριμωγμένο στη γωνιά αγρίμι που δείχνει τα δόντια του, βγάζει από την τσέπη το μοναδικό του όπλο, το κινητό, και την φωτογραφίζει, αιχμαλωτίζει μέσα του την πραγματικότητα, ή μάλλον καθιστά πραγματικό αυτό το ακατανόητο και χωρίς νόημα θέαμα/βίωμα, κωδικοποιώντας το στη μόνη γλώσσα που διαβάζει, την εικονικότητα. Ο ήρωας/σύμβολο προσπεράστηκε. Ανήκων σε έναν κόσμο άγριο, αφιλόξενο, ξένο, πολυδιάστατο και χωρίς δυνατότητα αλλαγής καναλιού ή επεξεργασίας, αλλά πάνω απ’ όλα όντας (ο ήρωας) αντικαταστάσιμος (κατά προτίμηση από κάποιον αποκλειστικά φανταστικό, αλλά ας αντικατασταθεί, για αρχή, από το δισδιάστατο είδωλό του), δεν αξίζει πια την υποδοχή μας. Δεν κατοικούμε στον ίδιο κόσμο, απλά για λίγο οι δυο τους διασταυρώθηκαν, σε ένα στιγμιαίο βραχυκύκλωμα μέσα από το οποίο εθεάθη και πραγματοποιήθηκε ο διαχωρισμός θεαματικού και πραγματικού, σχίζοντας στα δύο το υποκείμενο που θα μπορούσε να τον βιώσει ή να τον ακυρώσει, κενώνοντας πλήρως το πραγματικό και πλημμυρίζοντας ενέργεια το εικονικό.

Ιούλιος 2010: πολλά χαμόγελα. Υποδεχόμαστε την νέα, ψηφιακή εποχή

Μέρες γιορτής. Η παλιά πραγματικότητα, γεμάτη ατέλειες και χιόνια, υποχωρεί. Η νέα πραγματικότητα, πιο καθαρή από ποτέ, υπόσχεται απροκάλυπτα τον εαυτό της και μόνο αυτόν, για λίγες ακόμα μέρες μέσα από το παρελθόν. Στο αναλογικό μου σήμα βλέπω χαρούμενα πρόσωπα που ευαγγελίζονται την έλευση της νέας, ψηφιακής εποχής, μιας εποχής που πάνω-κάτω δεν αποτελείται από τίποτα άλλο εκτός από ψηφία. Ένα από αυτά τα πρόσωπα, ένα σχεδιασμένο κοριτσάκι, είναι αποκλειστικά φτιαγμένο για αυτόν τον λόγο: μέσα από τους παλιούς δέκτες θα μας μιλήσει για λίγο για τους καινούργιους, και όταν αυτοί εγκατασταθούν η ίδια δεν θα έχει λόγο ύπαρξης. Το θέαμα υπόσχεται επιτέλους τον θάνατό του, έστω κι αν ο ίδιος διαφαίνεται επαναλαμβανόμενος, πιθανώς στο διηνεκές, αφήνοντας την ερώτηση για το μετά να μένει δυνητικά υψίστης σημασίας αλλά και ανάρθρωτη. Κι αν το ίδιο το θέαμα πεθάνει; Αν το θεαματικό μόνο του καταρρεύσει προς τα μέσα, ρουφηγμένο από το κενό γύρω από το οποίο σωρεύτηκε και ετράφη, ανίκανο να κρατηθεί στην επιφάνεια της τηλεόρασης-κόσμου πιασμένο μόνο από τα μαλλιά του; Τι μένει; Στον Κυνόδοντα του Γ. Λάνθιμου[1], το θεαματικό σχήμα, στείρο θεάματος -το οποίο θέαμα εκπλήρωσε την υπόσχεση θανάτου του λόγω της ριζικής αποκοπής του από το πραγματικό- σπεύδει να κρατήσει το χώρο που του αναλογεί και τα καταφέρνει. Στρέφεται πάλι στο πραγματικό (ή μάλλον σε ό,τι απέμεινε από αυτό), εκεί απ’ όπου ξεπήδησε, μόνο που αυτό δεν είναι πλέον τόπος από τον οποίο μπορούν να ξεπεταχτούν υποσχέσεις ή στον οποίο χωράνε ερωτήματα. Είναι ένας τόπος λειασμένος με την μηχανή του γκαζόν, με ψηλούς φράκτες και καθαρά ρούχα, ανέγγιχτος και αυτάρκης, ξένος και αδιάτρητος (όχι από μέσα προς τα έξω ή αντίστροφα, αλλά ένα συμπαγές όλον που μας εμπεριέχει, σε μια οντότητα που η υποκειμενικότητα εγκολπώθηκε πλήρως στο έξω, συρρικνώνοντάς το, όμως, στα μέτρα της και καταργώντας ταυτόχρονα τις υπόλοιπες διαστάσεις του), μια περίεργη, ανατριχιαστική και ολοζώντανη συσσωμάτωση της απελπισίας και της τραγικότητας του ανθρώπινου με τη μακάβρια κλειστότητα και αιωνιότητα του άψυχου.

Και αυτή η εικόνα ανθρώπων που απέμειναν να κοιτάνε τους εαυτούς τους σε δύο διαστάσεις, κάτι μου θύμισε.


[1] Αριστουργηματική ταινία στην οποία μια τελείως αποκλεισμένη από τον κόσμο οικογένεια (χωρίς κανάλια στην τηλεόραση, ραδιόφωνο, εξόδους από το σπίτι, κλπ), μεταξύ συνταρακτικών άλλων, διασκεδάζει βλέποντας «ταινίες» με πρωταγωνιστές τους ίδιους στον ρόλο της καθημερινότητας τους.

Ευρώπη, η πατρίδα μας

μικρά

*** Καλώς τα παιδιά, καλώς τα 3-0

*** Ta tria dyo

*** Όταν σου δείχνουν τα βράχια, μην κοιτάζεις το δάχτυλο.

*** arguments reloaded 3.1

*** Η απαράμιλλη γοητεία του κοντού του μόσκοβου.

*** Μήνες ολόκληρους μας πήρε η προσπάθεια κατανόησης της μνημειώδους "ομιλίας στο Τιτάνια"...

intro

Το arguments είναι η προσπάθειά μας να σκεφτόμαστε πολύπλοκα, σφαιρικά. Φιλοδοξεί να αναδείξει μάλιστα την πολυπλοκότητα σε όλο της το εύρος καταδυόμενο σε αυτά που σκέφτονται, που λένε, που γράφουν, που κάνουν, που δημιουργούν άλλοι, αφού μάλλον κανένας και καμιά μας δεν κατέχει το πρωτείο της αλήθειας. To arguments απεχθάνεται τους δογματισμούς κάθε απόχρωσης και ονειρεύται τη δημοκρατία. Καλή του τύχη.

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία – Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία - Ο Π. Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Πάρκαρες σωστά;

Μια πρωτοβουλία του Δικτύου Πολιτών pro-tasis

e-books

eco_man


politiki_via


epa


του ΚΚ

Σύνδεσμοι


Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης


Διεθνής Αμνηστία



Stop


Εξοπλισμοί