You are currently browsing the category archive for the ‘arguments’ category.

MenoumeEuropi

Advertisements

Καθώς οι παραλυτικές δυνάμεις της καταστροφής απλώνουν πάνω μας την επιρροή τους, οφείλουμε να αναζητήσουμε τις ικμάδες εκείνες της ζωτικής δύναμης που θα μας κρατήσουν όρθιους. Να στερεώσουμε τις διανοητικές μας δυνάμεις, να προσανατολιστούμε, να σταματήσουμε την υπνοβασία ένα βήμα πριν τον όλεθρο. Η ζημιά που έχει συντελεστεί στην οικονομία είναι ήδη μεγάλη και θα χρειαστεί αρκετός χρόνος και πολύς κόπος για να αποκατασταθεί. Αυτό που έρχεται όμως είναι αδιανόητο. Είναι η πλήρης ανατροπή κάθε κανονικότητας στην κοινωνική ζωή, μια δίνη που επαναφέρει τους σκληρότερους όρους επιβίωσης που μπορούμε να φανταστούμε. Η χώρα απέχει πολύ από το να μπορεί να αυτοσυντηρηθεί. Η έξοδος από το κανονιστικό πλαίσιο της ευρωζώνης, η άρση των όρων της συντεταγμένης χρεοκοπίας που ζούμε σε συνδυασμό με θεσμικές και πολιτειακές παραμέτρους θα σημάνει την έναρξη ενός πολέμου όλων εναντίον όλων. Το πρόβλημα της σπάνης των εισαγομένων βασικών αγαθών δεν μπορεί παρά να επιλυθεί υπό αυτούς τους όρους με την προσφυγή στο δίκαιο του ισχυροτέρου, στη βία. Αυτοί που θα πληγούν περισσότερο θα είναι οι αδύναμοι: οι γέροντες, τα παιδιά, οι άρρωστοι. Όποιος κυνικά μας δείχνει πως δε νοιάζεται γι’ αυτούς δεν δικαιούται να λέγεται άνθρωπος. Η κοινωνική διάλυση θα είναι μακροχρόνια. Οι στοιχειώδεις διατροφικές ανάγκες, οι ενεργειακές ανάγκες, οι ανάγκες σε φάρμακα δεν θα μπορούν να ικανοποιηθούν. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι ήδη ορατοί. Η έξοδος από την ευρωζώνη θα κατακτημνίσει τη χώρα σε απύθμενα βάραθρα. Δεν υπάρχει λύση εκτός της άμεσης συμφωνίας με τους δανειστές. Ακόμα και οι χειρότεροι όροι που μπορούμε να φανταστούμε είναι απαραιτήτως καλύτεροι από τον όλεθρο. Ο χρόνος έχει από μέρες εξαντληθεί, η λογική;

Θ.Π.

Σε πρόσφατο άρθρο του στο Project Syndicate ο Γιόσκα Φίσερ, συνιδρυτής μαζί με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ του κόμματος των Πρασίνων, τοποθετείται εν τη ρύμει του λόγου του για άλλη μια φορά εναντίον της πολιτικής λιτότητας που οδήγησε την ελληνική οικονομία σε αρνητικά αποτελέσματα. Η επωδός αυτή εναντίον της λιτότητας επαναλαμβάνεται ελαφρά τη καρδία πολύ συχνά από τους ευρωπαίους Πράσινους και σοσιαλδημοκράτες, στους οποίους δεν μπορούμε κατά τ’ άλλα να πιστώσουμε κάποιο διαζύγιο με την πραγματικότητα.
Αυτό όμως που αποκρύπτεται με αυτήν την επιφανειακή, απερίσκεπτη, αξιωματική προσέγγιση είναι πως η εφαρμογή του Προγράμματος στην Ελλάδα ήταν κάτι περισσότερο από ελλιπής και επιλεκτική, γεγονός που από τη μία επιβεβαιώνει το μέγεθος του δομικού προβλήματος του λαϊκισμού και του πελατειασμού και από την άλλη εξηγεί γιατί η χώρα δεν ακολούθησε τα υπόλοιπα «θύματα» (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος, Ισπανία) στην έξοδο από το Μνημόνιο και την κρίση. Κάτω λοιπόν από το χαλί της γενίκευσης εναντίον της λιτότητας, δεν μπορεί να κρύβεται ούτε η άρνηση της Ελλάδας να εκσυγχρονίσει τη δημόσια διοίκηση και την οικονομία της ούτε η συναφής, σκανδαλώδης προστασία συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων ούτε η επιλεκτική εφαρμογή της περιοριστικής πολιτικής στους πιο αδύναμους κρίκους του πελατειακού συστήματος, τους outsiders, τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, τους ανέργους κ.λπ.
Στο δε λόγο του εναντίον της λιτότητας, ο Φίσερ φαίνεται να ξεχνά μερικές ιδιαίτερες παραμέτρους της ελληνικής οικονομίας σχετιζόμενες με τις περιβαλλοντικά εξόχως επιζήμιες καταναλωτικές μας συνήθειες, την υπερκατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, πολλές φορές μάλιστα προϊόντων πολυτελείας. Μια ματιά στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας ακόμα και σήμερα γεννά πολλά ερωτήματα σχετικά με το αναπτυξιακό μας μοντέλο, τις δυνατότητες διατήρησης ενός καταναλωτικού προτύπου βασισμένου στην παραγωγική υπανάπτυξη και στο δανεισμό, καθώς και το μέγεθος της οικολογικής επιβάρυνσης που ένα τέτοιο οικονομικό μοντέλο προκαλεί. Το ελληνικό όνειρο ήταν λοιπόν οικονομικά και οικολογικά θνησιγενές και για το ελληνικό ναυάγιο δεν φταίει η λιτότητα.
Η ρητορική εναντίον της λιτότητας, απευθυνόμενη στο ευρωπαϊκό ακροατήριο, προβληματίζει όχι μόνο για τη ντε φάκτο λαϊκιστική της χροιά, αλλά και για τις τερατώδεις συγγένειες που δημιουργεί με το λαϊκιστικό και ευρωσκεπτικιστικό στρατόπεδο εν γένει. Αν δεν είσαι δηλαδή και πολύ σίγουρος γι’ αυτό που υποστηρίζεις, απλά κοίτα ποιός συμφωνεί μαζί σου· μπορεί τότε να μην είναι και πολύ δύσκολο να καταλάβεις πως έχεις άδικο.
Τέλος, ας συλλογιστούμε τη θέση της Ευρώπης ως φθίνουσας δύναμης σε έναν παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη όπου αναδύονται νέες δυνάμεις και νέες απειλές. Έχουμε πράγματι την πολυτέλεια να αναβάλουμε τη θωράκιση της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω του περιορισμού των ελλειμμάτων και του ύψους του δημοσίου χρέους; Σε ένα τέτοιο ρευστό περιβάλλον είναι απαραίτητο να ενισχύσεις τη θεμελίωση της οικονομίας σου, να βασίζεσαι κατά το δυνατόν στις δικές σου δυνάμεις. Σε αυτή τη λογική είναι απολύτως δικαιολογημένη και υπερασπίσιμη η στρατηγική Ντράγκι –ή ακόμα η λησμονημένη γερμανική Agenda 2010- της «καθυστερημένης» παρέμβασης για την ποσοτική χαλάρωση σύμφωνα με την οποία η δίαιτα εξυγιάνσεως, η αποτοξίνωση, προηγείται αναγκαστικά της προσπάθειας ενδυνάμωσης.
Τα επιχειρήματα εναντίον της λιτότητας δεν μπορούν να αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα μιας προοδευτικής πολιτικής που δεν θέλει να ονομάζεται υποκριτική. Παρά τον κοινωνικά ευαίσθητο χαρακτήρα τους, αφού υπερασπίζεται ως επί το πλείστον το δικαίωμα της μεσαίας τάξης να διαφυλάξει το επίπεδο ζωής της και τις καταναλωτικές της έξεις, δεν πρέπει ποτέ να αποσυνδέονται από την οικολογική τους διάσταση και τη μακροχρόνια προοπτική διατήρησής τους μέσα στο νέο διεθνές περιβάλλον. Αλλά κυρίως δεν πρέπει επουδενί να υποκαθιστούν την ηθική και πολιτική προτεραιότητα της εξασφάλισης των χρειωδών για τους ασθενέστερους.

Θ.Π.

Αγαπημένε μου ΕΤ,

Κλείνουμε σε λίγο δυο βδομάδες ευτυχίας! Η νέα μας Αριστερή κυβέρνηση έχει ήδη αρχίσει να βάζει τα δυο παπούτσια σε ένα πόδι στους διεθνείς τοκογλύφους. Για αρχή ο πρωθυπουργός μας τοποθέτησε στο Υπουργείο Οικονομικών τον πιο τρέντι Υπουργό απ’ όλους. Κάποιοι λένε από τη ζήλια τους πως είναι αυτάρεσκος και νάρκισσος, άλλοι πως μέσα από τα λουλουδάτα του πουκάμισα χαϊδεύει το στήθος του καθώς κάνει δηλώσεις. Εμείς ξέρουμε πως θα τους τρίξει τα δόντια. Θα τους θαμπώσει με τις επιστημονικές και φιλοσοφικές προτάσεις του. Ήδη έχουν χάσει τη μπάλα: δεν ξέρουν καν τι ποσοστό του Μνημονίου αποδέχεται: 70%; 67%; Ή μήπως 0%; Τους έχει στείλει αδιάβαστους. Από την αμηχανία τους χασκογελάνε μόλις τον βλέπουν. Στο Υπουργείο Εξωτερικών ο Πρωθυπουργός μας τοποθέτησε έναν συμπαθέστατο κύριο και αληθινό πατριώτη. Σοσιαλιστή από παλιά, από τα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού, κάποιοι λένε «κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού», φίλο φίλων του παλιού καγκεμπίτη Πούτιν. Τρέμουν οι Αμερικάνοι και οι Γερμανοί! Κανουμε άνοιγμα ήδη προς την αδελφή Ρωσία και τα έχουν βάψει μαύρα. Από το κακό τους συκοφαντούν πως η Ρωσία είναι υπό χρεοκοπία, ο Πούτιν πέφτει οπου νά ‘ναι και η χώρα απομονώνεται στη διεθνή σκηνή λόγω της εισβολής στην Ουκρανία. Ξύδι, ανθέλληνες! Το μυαλό σας όλο στα λεφτά! Για την Ορθοδοξία μας τίποτα; Για την αξιοπρέπειά μας; Και στο τέλος τέλος, τι να τα κάνεις τα λεφτά άμα δεν έχεις ρούβλια –Κύπρος! Ο δε Υπουργός μας της Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, παλιός σύντροφος κι αυτός, στάζι μέλι καθώς μιλά για κρατικοποιήσεις, λοκομοτίβες, ριζοσπαστικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, γλυκό και πλούσιο σαν μπουγάτσα.

Στο επίπεδο του πολιτικού λόγου της νέας μας κυβέρνησης την πρωτοκαθεδρία παίρνει η αποθέωση του «Λαού» μας όπως αριστοτεχνικά ονομάζονται τελευταίως οι πελάτες της νέας μας κυβέρνησης. Στο λαϊκισμό αυτόν έρχεται να προστεθεί η σοβινιστική –τάχατες- ρητορική εναντίον της Γερμανίας που εκφράζεται ευθέως ή υπογείως διαμέσου μιας σειράς συμβολισμών: της κατάθεσης στεφάνου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, της ανακίνησης του ζητήματος των γερμανικών αποζημιώσεων, των θολών αναφορών στον «ναζισμό» κ.λπ. Ναζί θεωρούνται στην περίπτωσή μας οι Γερμανοί εταίροι μας προεξαρχούσης της Μέρκελ και του Σόιμπλε, οι οποίοι επιμένουν να μας δανείζουν με προνομιακούς όρους με σκοπό να καθυποτάξουν τις αδούλωτες ελληνικες ψυχές μας και να μας κάνουν «αποικία χρέους» όπως περισπούδαστα κατέληξε ο νέος μας Υπ. Εξ. σε ένα διάλειμμα της συνεύρεσής του με τον Αλ. Ντούγκιν, γενειοφόρο θεωρητικό του φασίζοντος πουτινικού ιμπεριαλισμού -τάχατες. Σύμφωνα με το νέο μας πρωθυπουργό οι εθνικοί μας εχθροί πρέπει πάραυτα να γονατίσουν και να μας προσφέρουν χωρίς όρους όσα ζητάμε και κάτι παραπάνω, μιας κι αυτό αποφάσισε ο «Ελληνικός Λαός» και αφού το αποφάσισε Αυτός ο Περιούσιος Λαός, οι νόμοι της Δημοκρατίας επιτάσσουν να πραγματοποιηθεί. Αυτό το τρυφερό κανάκεμα των πλαδαρών, αναλφάβητων, κακομαθημένων παιδιών όπως εμείς μπορούμε, αν είμαστε αρκετά ανθέλληνες να το ονομάσουμε «λαϊκισμό». Αν τώρα σύμφωνα με τη μόδα του προσθέσουμε μια πρέζα ανωτερότητας της Ελληνικής Ψυχής, περιούσιο Λαό ή Εθνική Αξιοπρέπεια αρωματισμένή βαριά με ολίγο αντιγερμανισμό –ο οποίος αντικατέστησε, λένε, τον παλαιό αντιαμερικανισμό ως έκφραση του βαθέως ελληνικού εθνικισμού-, έχουμε αυτό που κάποιοι αντεθνικώς μονίμως δρώντες ονόμάζουν «εθνολαϊκισμό». Για όλα πάντως φταίνε οι ξένοι, εμείς είμαστε αθώοι και έχουμε πέσει θύμα συνωμοσίας διεθνών σιωνιστικών κύκλων και ψεκασμών.

Από κει κι ύστερα στη μικρή μας χώρα διοργανώνονται πλέον «αυθόρμητες» συγκεντρώσεις του Λαού, δείγμα της Αξιοπρέπειας στην οποία κολυμπάει στα διαλείμματα της καριέρας διεθνούς επαίτη στην οποία διακρίνεται. Οι ομάδες αυτές υπερήφανων φίλων του Λαού, του Έθνους και του Κόμματός του, παλαιοί σαλιαρελικοί επιστήμονες, πελάτες, δημόσιοι υπάλληλοι κ.ά., καθεστωτικοί ή συριζοφρουροί όπως τους λένε μερικές κακές γλώσσες για να συνεννοούνται μεταξύ τους, κάνουν και την απαραίτητη προθέρμανση μήπως χρειαστεί να «πείσουν» κανέναν ανθέλληνα που δεν υποστηρίζει το θεάρεστο έργο της Κυβερνήσεως και του Πρωθυπουργού μας. Συγκροτείται έτσι σιγά σιγά το αγανακτισμένο σώμα του νέου αριστερού (ευτυχώς!) παρακράτους που θα μας προφυλάξει –κούφια η ώρα- από τον κομουν εθνικό κίνδυνο αν και όποτε αυτός προκύψει. Σε επόμενη φάση μαθαίνω ότι από τις καταγγελίες προδοτών στο facebook θα περάσουμε και στις δια ζώσης καταγγελίες, στα πειστικά «επιχειρήματα», στις κατ’ οίκον επισκέψεις, στις δημόσιες αυτοκριτικές μνημονιακών δοσιλόγων κ.λπ. Και ανυπομονώ, αχ νά ‘ξερες πόσο ανυπομονώ!

Έμπλεος χαράς, Αξιοπρέπειας και Εθνικής Υπερηφάνιας, σας χαιρετώ!

Ο φίλος σας Κ.Π.

10391012_797090593673609_2209129957879899239_nΘέσαμε έξι δύσκολες ερωτήσεις στον διάσημο αργκιουμανιστή και υποψήφιο με το Ποτάμι στη Μεσσηνία Παναγιώτη Σιαβελή. Να τι μας απάντησε:

Το Ποτάμι δεν είναι λίγο αχταρμάς; Αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητα της συγκρότησης ενός μετώπου λογικής για τη σωτηρία της χώρας, αλλά αυτό στο επίπεδο μιας κυβέρνησης. Στο Ποτάμι πώς είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να συνυπάρχει η φιλελεύθερη Δράση που είχε το προηγούμενο διάστημα κάνει σημαία μια λαϊκιστική ρητορική εναντίον της φορολογίας εν γένει με κάποιους αριστερούς ή σοσιαλδημοκράτες που θεωρούν τη φορολογία απαραίτητο μέσο αναδιανομής και εξισορρόπησης των κοινωνικών αδικιών;
Όπως σωστά το διατύπωσες, η συνύπαρξη διαφορετικών εργαλείων προσέγγισης της πολιτικής και της οικονομίας εντός του ίδιου κινήματος γίνεται δυνατή στο επίπεδο της διακυβέρνησης της χώρας, σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της. Για να είμαι πιο σαφής, το Ποτάμι οργανώνεται, συνθέτει και προτείνει λύσεις βασισμένες σε πλατφόρμες ιδεών φαινομενικά ετερόκλητες επειδή ακριβώς το θεωρεί αναγκαίο να συμμετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας μετά τις εκλογές. Και θέλω να σταθώ στο «φαινομενικά» που προανέφερα: το ακραίο μέγεθος και η οφθαλμοφανής ποιότητα (ας πούμε: τέτοια που να επιτρέπει τον παρασιτικό πλουτισμό πολλών ομάδων) των στρεβλώσεων του πολιτικού και του οικονομικού πλαισίου στην Ελλάδα, συνθέτουν ένα τοπίο με πολλούς «εύκολους» στόχους για πολιτική παρέμβαση για την πλειοψηφία των πολιτών οι οποίοι κινούνται εντός του πλαισίου που παραδοσιακά θα χώραγε από τους μεταρρυθμιστές αριστερούς μέχρι τους φιλελεύθερους κεντροδεξιούς. Για παράδειγμα, το να συμφωνήσουν -εντός του Ποταμιού και με την προοπτική κοινοβουλευτικής προτασης- οι φιλελεύθεροι της Δράσης με τους Μεταρρυθμιστές του κ. Λυκούδη πανω στο ζήτημα των ιδιωτικών, μη-κερδοσκοπικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, δεν θα έπρεπε να μας παραξενεύει.

Πώς συμβιβάζεται η λαϊκιστική συνιστώσα του δημοσίου λόγου του Ποταμιού με τις αντιλαϊκιστικές προθέσεις; Πιο συγκεκριμένα: ενώ αξιώνετε να συμμετάσχετε στον πολιτικό στίβο με γνώμονα μια απολύτως απαραίτητη ψυχραιμία και έναν εξίσου απαραίτητο ορθολογισμό, αναδεικνύονται κάθε τόσο συνθήματα και συμπεριφορές που στοχεύουν στο θυμικό, γενικεύουν, στοχοποιούν, εκφράζουν μια πιο σοφιστικέ εκδοχή του λαϊκισμού. Κατηγορείται το «παλιό» πολιτικό σύστημα, το ΠΑΣΟΚ, ο Βενιζέλος, τα εύκολα και συνήθη θύματα της «αγανακτισμένης» ρητορικής. Εσείς δηλαδή είσαστε οι παρθένες, οι αουτσάιντερς του συστήματος (στη δημοσιογραφία, στα Πανεπιστήμια κ.λπ.); Λίγο υποκριτικό δεν είναι όλο αυτό;
Νομίζω πως οι δημόσιες παρεμβάσεις των υποψηφίων και των εθελοντών του κινήματος καθώς και οι επίσημα διατυπωμένες θέσεις μας, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ρίχνονται στη δημόσια σφαίρα απλώς ως συγκεκριμένες (αποσπασματικές ή ολοκληρωμένες) προτάσεις βελτίωσης του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, χωρίς κορώνες και φανφάρες, χωρίς σκοπό να κολακέψουν ή να στοχοποιήσουν κανέναν, απλά ως σκέψεις πολιτικής παρέμβασης, συνήθως δε και πολύ εύστοχες. Κατά τα λοιπά, πιστεύω πως η «λαϊκιστική συνιστώσα» που περιγράφετε είναι αναπόφευκτο υπο-προϊόν αλλά και ταυτόχρονα η μόνη θετική εξέλιξη του παγιωμένου και κυρίαρχου μέχρι και σήμερα «εθνικού» μας πολιτικού λόγου, ο οποίος (σχεδόν αποκλειστικά) μέσα από το Ποτάμι δοκιμάζει με κάποιους καινούργιους τρόπους να επανα-τοποθετηθεί και να εκφράσει ή να επηρρεάσει αλλιώτικα τους πολίτες (με έμφαση στα επιχειρήματα αντί στο συναίσθημα, με απουσία δογματισμών, με λιγότερα συνθήματα και με επίκληση σε αξίες και σε πρακτικά παραδείγματα πολιτικών παρεμβάσεων από τον υπόλοιπο κόσμο).

Να σου πάω την παραπάνω ερώτηση και πιο πέρα. Στο επίπεδο των προσώπων, της στελέχωσης δεν υπάρχει μια αντίφαση με την λαϊκιστική ηθικολογία; Δεν βλέπεις γύρω σου αριβίστες, ιδιοτελείς –για να μην πούμε κι άλλα; Γιατί να ψηφίσει κανείς εσάς;
Εαν κάποιος σκέφτεται πως κριτήριο για να ψηφίσει οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό είναι η παντελής απουσία ιδιοτελών, κακοπροαίρετων ανθρώπων εντός του, μάλλον απλά ψάχνει δικαιολογίες για την πολιτική του απουσία. Σαφώς και υπάρχουν και αυτοί, παντού και πάντα θα είναι ανάμεσά μας. Πρακτικά απαντώντας στο ερώτημα, το σχετικό ζητούμενο πρέπει να είναι η συμμετοχή των πολιτών σε πολιτικούς σχηματισμούς όπου αυτές οι συμπεριφορές απαξιώνονται, χλευάζονται και απομονώνονται, αντί να αποτελούν το ηθικό υπόδειγμα, όπως στα μέχρι πρότινος (αλλά και στα οψίμως) μεγάλα κόμματα. Προφανώς και θεωρώ πως σε αυτόν τον τομέα το Ποτάμι ξεκινά με ηθικό πλεονέκτημα, το οποίο στο χέρι μας είναι να διατηρήσουμε.

Το προσωποκεντρικό του πράγματος –ο «Σταύρος»- σε ενοχλεί; Το βρίσκεις αντιδημοκρατικό, αναγκαίο κακό, θα κρίνεις εκ του αποτελέσματος;
Θα με ενοχλούσε εάν ένα κίνημα που ξεκίνησε από ένα συμπαθές και σοβαρό δημόσιο πρόσωπο, άρα προσωποκεντρικά, δεν έψαχνε λύσεις για να διορθώσει αυτό το «καταστατικό» του έλλειμα. Σαφώς και «ο Σταύρος» ήταν η αρχή, στην πορεία, όμως, το Ποτάμι πλημμυρίζει με ισχυρές προσωπικότητες και δημιουργεί ή εξελίσσει τους αρχικούς του δημοκρατικούς θεσμούς για να μπορέσει να ξεφύγει από τη στιγμή της πολιτικής του σύλληψης, εξελισσόμενο σε ένα ζωντανό κίνημα αξιών και ανατρεπτικών ιδεών, καθοδηγούμενο από όλους όσοι θελήσουν να μπουν μέσα στα πράγματα και να τα αλλάξουν.

Στο ενδεχόμενο της μετεκλογικής συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, το Ποτάμι μέχρι πού πρέπει να φτάσει; Με δεδομένο το παράδειγμα της κακοποίησης Κουβέλη –που είναι και γέρος άνθρωπος- πόσες πιθανότητες έχει το κόμμα σας να επιβάλει τους όρους του; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει και με ποιές προϋποθέσεις; Κάνε μια στάθμιση.
Το πολιτικό μέλλον του εγχειρήματός μας δε μας απασχολεί, δεν προλαβαίνουμε να μας απασχολήσει. Αυτό που προέχει είναι να βρούμε τρόπο να εξασφαλίσουμε τις συμμαχίες για την έναρξη -επιτέλους- μιας συντεταγμένης, ευρείας μεταρρυθμιστικής πολιτικής, η οποία υπό προϋποθέσεις μπορεί να διασώσει κάποια πράγματα και να θέσει τις βάσεις του ξεπεράσματος της αραχνιασμένης πολιτικής μας σκέψης και της αντίστοιχης κοινωνικής μας οργάνωσης. Ακόμα κι αν βραχυπρόθεσμα αποτύχουμε στο μέγιστο, πιστεύω πως τα μεταρρυθμιστικά μας αιτήματα θα τα επαναφέρει συντόμως η ίδια η πραγματικότητα, μιας και τα ίδια αποτελούν εκφάνσεις των γιγαντιαίων αλλαγών που έχουν ήδη συντελλεστεί στον πλανήτη, με τις οποίες απλά έχουμε αργήσει ή έχουμε αποφύγει να ασχοληθούμε.

Εμείς οι ρεαλιστές ευρωπαϊστές γιατί να ψηφίσουμε τον κυρ Σταύρο και όχι τον Αντώνη τον Σαμαρά μήπως και γλιτώσουμε τις περιπέτειες στις οποίες θα μας βάλει όπως φαίνεται μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Και δε θέλω να μου πεις πόσο κακός, ακροδεξιός και φαύλος είναι ο Σαμαράς, αυτά τα ξέρω. Εδώ μιλάμε για την επιλογή του μικρότερου κακού.
Θα μου επιτρέψεις να κρατήσω και για εμένα τον όρο «ρεαλιστής ευρωπαϊστής». Οι πολιτικές δυνατότητες της Νέας Δημοκρατίας εξαντλήθηκαν στο να μας διατηρήσουν εντός της ευρωζώνης, καταφέρνοντας έναν άθλο, να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς ενός χρεωκοπημένου κράτους. Αυτό είναι και το μόνο θετικό και για το ίδιο θα παλέψει -πιστέψτε με- και ο ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας φυσικά τις εφιαλτικές συνέπειες πιθανής αποτυχίας. Το κοινό στοιχείο στις πολιτικές προτάσεις και των δύο κομμάτων είναι τα όρια που μπαίνουν από την ιδεολογία (ΣΥΡΙΖΑ) ή τη δομή (ΝΔ) του κάθενος από τα δύο κόμματα. Για την ΝΔ, η αφοσίωσή της στη διάσωση των πελατών της (συντεχνίες, ευρείες επαγγελματικές ομάδες, κομματικά στελέχη, κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες) θα την οδηγήσει στον ίδιο δρόμο που ακολουθεί εδώ και δύο χρόνια: αποφυγή μεταρρυθμίσεων, οριζόντια μέτρα, ανικανότητα οργάνωσης αποτελεσματικού κράτους πρόνοιας, και άρα εμβάθυνση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, όριο αποτελεί η ίδια του η ιδεολογία, εχθρική προς κάθε έννοια ιδιωτικής επιχειρηματικότητας (όπως και προς κάθε έννοια αξιοκρατίας, αξιολόγησης, οικονομικού ορθολογισμού κ.λπ.), συνθήκη ικανή από μόνη της να μας στείλει δια της ολισθήσεως έξω από το ταχύτατα κινούμενο τρένο της Ευρώπης της καινοτομίας, της εμβάθυνσης της Δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Θ.Π.

Τρία σημαντικά οικονομικά γεγονότα των τελευταίων ημερών σηματοδοτούν την είσοδο σε μια περίοδο εξαιρετικά επικίνδυνης οικονομικής αστάθειας που μπορεί να οδηγήσει ως την καταστροφή. Το πρώτο είναι η προσφυγή των συστημικών ελληνικών τραπεζών στον ELA, τον ευρωπαϊκό μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας. Σύμφωνα με δήλωση του Μάριο Ντράγκι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο ακριβός δανεισμός μέσω του ELA θα διαρκέσει όσο η χώρα βρίσκεται σε πρόγραμμα. Υπό τις παρούσες συνθήκες δηλαδή ως το τέλος Φεβρουαρίου, μετά αναπόφευκτα –και αν δεν επιτευχθεί συμφωνία για παράταση του Μνημονίου, κάτι που αρνείται η διαφαινόμενη επόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-, οι τράπεζες θα καταρρεύσουν παρασύροντας στην άβυσσο την ελληνική οικονομία. Το δεύτερο γεγονός είναι η εκδήλωση του ενδημικού μπαταχτσηδισμού δια της αποφυγής πληρωμής φόρων τον Δεκέμβριο του 2014 ενόψει της έλευσης των σωτήρων του ΣΥΡΙΖΑ που ανεύθυνα δηλώνουν ότι δεν πρέπει να πληρωθούν οι δόσεις των εκκρεμούντων από τα προηγούμενα έτη φόρων οδηγώντας τον προϋπολογισμό σε εκτροχιασμό. Η τρύπα των 4 δις που προκύπτει θα διευρυνθεί περαιτέρω τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο και δεν βλέπω πως θα αποφύγουμε τη χρεοκοπία χωρίς νέες δραστικές περικοπές των δαπανών και νέο πρόγραμμα που αμφιβάλλω αν θα βρεθούν εταίροι πρόθυμοι να μας το χορηγήσουν. Το τρίτο γεγονός είναι το δημοσίευμα του Σπίγκελ σύμφωνα με το οποίο η ΕΚΤ προτίθεται να εξαιρέσει την Ελλάδα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που σχεδιάζει με σκοπό την οικονομική ανάκαμψη στη Ευρώπη. Ο πτωχός συγγενής θεωρείται με το ένα πόδι έξω μάλλον.
Με αυτά ως δεδομένα και χωρίς να υπολογίζουμε τα απρόβλεπτα –όπως η πρόσφατη ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και οι κραδασμοί που προκάλεσε- αμφιβάλλω αν η ευκταία ήττα των λαϊκιστικών δυνάμεων και η νίκη της ΝΔ στις εκλογές αρκεί για την αποφυγή της χρεοκοπίας. Μετά τις εκλογές θα χρειστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια για να φτάσουμε εκεί που ήμασταν μερικούς μήνες πριν. Το βάρος αυτής της προσπάθειας δεν μπορεί να το αναλάβει μία πολιτική δύναμη. Θα χρειαστεί εθνική συνεννόηση και συναίνεση. Χρειάζονται μάλιστα από τώρα δεσμεύσεις για την παράταση και την ολοκλήρωση του παρόντος προγράμματος, εγκατάλειψη της διγλωσσίας, της παροχολογίας, της ανευθυνότητας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Μπροστά μας μόνο τα βράχια. Προσδεθείτε.

Θ.Π.

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία - Ο Π. Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία – Ο Π. Κονδύλης και η ελληνική κρίση

«Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε από τη δεκαετία του ’90 εντοπίσει τις ρίζες του ελληνικού προβλήματος. Είχε μάλιστα προβλέψει πως οι υστερήσεις και οι εσωτερικές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το ελληνικό πολιτισμικό, κοινωνικό και οικονομικό υπόδειγμα θα οδηγούσαν έως το εκρηκτικό αποτέλεσμα της ελληνικής κρίσης.»

(από την Εισαγωγή)

Η μελέτη αυτή αποτελεί μία εξαιρετικά προσεκτική παρουσίαση των θέσεων του Κονδύλη για την ελληνική κρίση. Ο συγγραφέας εμβαθύνει, χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις, αλλά με παρούσα την κριτική διάθεση, στις θέσεις του για τη νεοελληνική περίπτωση, οι οποίες, μάλιστα, διατυπώθηκαν πριν από περισσότερο από είκοσι χρόνια και των οποίων η επικαιρότητα και ορθότητα μοιάζει σήμερα να επιβεβαιώνεται, δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό. Επιπρόσθετα, αναπτύσσει μια σειρά δικών του πρωτότυπων σκέψεων για την κρίση, τα αίτιά της και τους σημερινούς πρωταγωνιστές της.
Το βασικό σχήμα μιας συμπεριφοράς καθιερωμένης κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, που περιγράφει τη σχέση του Νεοέλληνα με το κράτος, με το να δηλώνει υπακοή στο κράτος, το οποίο, με τη σειρά του, τον προστατεύει, κατά διαφόρους τρόπους, από τον διορισμό του στο Δημόσιο έως την παραχώρηση προνομιακού εργασιακού ή ασφαλιστικού καθεστώτος σε σύγκριση με άλλες ομάδες εργαζομένων, αποτελεί ίσως τον πυρήνα όλων των μεταγενέστερων δυσλειτουργιών που διέπουν την οργάνωση της χώρας σε όλους τους τομείς: Η ελλιπής εξατομίκευση, ο υπερβάλλων ρόλος της οικογένειας και του πατερναλιστικού κράτους αποτελούν ψηφίδα συμπληρωματική της κονδυλικής άποψης περί της διαχρονικής επιβίωσης των βαλκανικών, πατριαρχικών, προνεωτερικών νορμών του σχήματος προστασία-υπακοή, που σταθερά ανταγωνίζονται και νοθεύουν τη δημιουργία ενός νεωτερικού κράτους.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Σχεδόν 15 χρόνια μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία επιστρέφει ση διεθνή σκηνή και βασιζόμενη στην αμερικανική αναποφασισικότητα και την ευρωπαϊκή διολίσθηση διατυπώνει με σαφήνεια την πρόθεσή της να συγκροτήσει με όλα τα μέσα ένα νέο πόλο εξουσίας. Εμφανίζεται ενδυναμωμένη από την θέση της στον ενεργειακό χάρτη και αξιώνει επιρροή σε έναν ζωτικό χώρο που εκτείνεται σε όλη σχεδόν την έκταση που κατελάμβανε η πρώην Σοβιετική Ένωση. Δεν φαίνεται καθόλου διατεθειμένη να επιτρέψει τον «εκδυτικισμό» των πρώην «σοβιετικών δημοκρατιών» όπως έδειξε η περίπτωση της Ουκρανίας, όπου η στρατιωτική παρέμβαση της Ρωσίας παραμένει ωμή, παρότι προσχηματικά συγκεκαλυμένη. Αλλά δεν σταματάει εκεί. Βρίσκεται σε άμεση και έμμεση επικοινωνία με τις ευρωσκεπτικιστικές, ακροδεξιές και ναζιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, ενισχύοντας, ακόμα και χρηματοδοτώντας τα αντιευρωπαϊκά τους σχέδια. Στην περίπτωση της Ελλάδας έχει γίνει γνωστή η αλληλογραφία του θεωρητικού της ρωσικής επέκτασης Αλεξάντερ Ντούγκιν με τον προφυλακισμένο αρχηγό του ναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, η ανάρτηση σε ρωσικά μέσα υποκλαπέντων βίντεο με σκοπό την εσωτερική αποσταθεροποίηση (υπόθεση Μπαλτάκου) ενώ ένας προσεκτικός παρατηρητής μπορεί εύκολα να εντοπίσει τους τρόπους με τους οποίους η ρωσική κυβέρνηση εκφράζει τις θέσεις της στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Οι ανταποκριτές των μεγάλων δημοσιογραφικών οργανισμών στη Μόσχα εμφανίζονται στα δελτία ειδήσεων εκφράζοντας τις θέσεις που υπαγορεύει το Κρεμλίνο είτε γιατί ζώντας σε μια αυταρχική χώρα που συστηματικά δολοφονεί αντιφρονούντες δημοσιογράφους (όπως η Άννα Πολιτόφσκγια και δεκάδες άλλοι) φοβούνται για τη ζωή τους είτε γιατί αντλούν ποικίλα ωφέλη από την ευνοϊκή αντιμετώπιση της ρωσικής κυβέρνησης. Η περίπτωση της ουκρανικής κρίσης έδειξε όμως ότι το παλαιό ολοκληρωτικό καθεστώς, του οποίου η σημερινή ρωσική ηγεσία αποτελεί από πολλές απόψεις συνέχεια, διαθέτει και ενεργοποιεί μηχανισμούς προπαγάνδας ικανούς να πείσουν ένα έτσι κι αλλιώς εύπιστο και φιλικό κοινό όπως το ελληνικό για οτιδήποτε. Το πάθος ορισμένων δημοσιολόγων για τα «ρωσικά δίκαια» βάζει σε υποψίες για τη σχέση –ακόμα και οικονομικής- εξάρτησής τους από το ρωσικό καθεστώς, ενώ αρκετοί αναλυτές διεθνών σχέσεων διαθέτουν εμφανείς διαύλους επικοινωνίας με τους θεωρητικούς και τους επιτελείς της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, όπως φανερώνουν οι συχνές επισκέψεις στη Μόσχα, η πρόσκληση των γραφικών θεωρητικών της ρωσικής επέκτασης σε ημερίδες, η μετάφραση των βιβλίων τους κ.λπ. Πέρα από αυτές τις σχέσεις εξάρτησης, το ρωσικό καθεστώς φαίνεται να διαθέτει και έναν αρκετά αποτελεσματικό μηχανισμό χειραγώγησης των μίντια κια προπαγάνδας. Το ελληνικό κοινό, εγγενώς προβληματικό λόγω του δικού του υποκείμενου συμπλεγματικού και ανορθολογικού του νοσήματος, μπόρεσε να πειστεί πολύ εύκολα από την προπαγάνδα αυτή στην περίπτωση της Ουκρανίας. Θεώρησε λοιπόν «ναζιστικές» τις φιλοευρωπαϊκές ουκρανικές δυνάμεις υπερεκτιμώντας εξόφθαλμα με τη βοήθεια των «αντικειμενικών» ελληνικών μέσων ενημέρωσης το ρόλο του περιθωριακού Δεξιού Τομέα υποκύπτοντας στο ρωσικό μηχανισμό προπαγάνδας που παρήγαγε φωτομοντάζ, επεξεργασία οπτικοακουστικού υλικού και παρεμβάσεις στα σόσιαλ μίντια για να επιτύχει τους σκοπούς του. Το έργο όμως το έχουμε ξαναδεί. Πρόκειται για επανάληψη του ελληνικού, όχι μόνο πλατωνικού, έρωτα για τους σφαγείς της Σρεμπρένιτσα.

Συχνά γίνεται λόγος για τη σχέση ποδοσφαίρου, με ιδιαίτερη έμφαση στις εθνικές ποδοσφαιρικές ομάδες, και πολιτικής κουλτούρας καθώς και πολιτιστικής παράδοσης μιας εκάστου χώρας ή ενός πολιτισμικού συνόλου. Με αφορμή τη λήξη του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου και την επιτυχία της Γερμανίας, θα ήταν ίσως χρήσιμο να προχωρήσουμε σε ορισμένους πρόχειρους συλλογισμούς.
Ο πρόσφατος τελικός έφερε αντιμέτωπες τις εθνικές ποδοσφαιρικές ομάδες δύο χωρών, της Γερμανίας και της Αργεντινής, που εκφράζουν ξεχωριστά πλέγματα στάσεων, συμπεριφορών και διαθέσεων, καθώς βυθίζουν τις ρίζες τους σε διακριτές παραδόσεις που διαμορφώθηκαν μέσα στην ιστορική ροή των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών εξελίξεων στις δύο ηπείρους.
Οι εθνικές ομάδες της νοτιοαμερικανικής ηπείρου που είθισται να πρωταγωνιστούν στις ποδοσφαιρικές διοργανώσεις του Παγκόσμιου Κυπέλλου (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη) ξεχωρίζουν λόγω μίας ή και περισσότερων επίλεκτων μονάδων (βλ. Βραζιλία 1986, 1998 και 2002), που ξεσηκώνουν τα πλήθη με περίτεχνες ενέργειες και αναλαμβάνουν να σηκώσουν το κύριο βάρος των επιθετικών πρωτοβουλιών. Οι ατομικές επιδόσεις που επιτυγχάνουν οι παίκτες-μαγνήτες αποτελούν το βαρόμετρο των επιτυχιών ή των αποτυχιών της ομάδας τους. Η ανάπτυξη του παιχνιδιού επικεντρώνεται στη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του ταλέντου και των τεχνικών ικανοτήτων των λίγων ξεχωριστών ατομικών μονάδων, ενώ η ομάδα έρχεται σε δεύτερη μοίρα χάριν των προσωπικών επινοήσεων του παίκτη-μεσσία. Ο Πελέ, ο Μαραντόνα, ο Ριβάλντο είναι οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις του προαναφερόμενου μοντέλου αθλητικής υπεροχής.
Ας μας επιτραπεί εδώ μια παρέκβαση: Η Λατινική Αμερική διαπρέπει σταθερά στην παραγωγή δημαγωγών και δικτατορίσκων ευρείας κοινωνικής αποδοχής, με πιο εμβληματικές περιπτώσεις εκείνες των Περόν στην Αργεντινή και του Βάργκας στη Βραζιλία μεταξύ των δεκαετιών του ’30 και του ’50. Τα αδέρφια Κάστρο στην Κούβα, ο Τσε Γκουεβάρα στην Γουατεμάλα, την Κούβα και τη Βολιβία, ο Τσάβες και ο Μαδούρο στην Βενεζουέλα, ο Μοράλες στη Βολιβία συμβολίζουν τη διαχρονική παρουσία αυτού του ιδιόμορφου αυταρχικού φαινομένου που σφραγίζει την ιστορία της Λατινικής Αμερικής.
Αν αποτολμούσαμε έναν, ενδεχομένως παρακινδυνευμένο, παραλληλισμό μεταξύ του ποδοσφαιρικού προτύπου που προκρίνεται από τις νοτιοαμερικάνικες εθνικές ομάδες και της πολιτικής κουλτούρας που εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη σε πλείστες όσες χώρες του νότιου τμήματος της αμερικανικής ηπείρου, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα πως η οργάνωση του παιχνιδιού στο γήπεδο γύρω από μια διακεκριμένη προσωπικότητα με ηγεμονικό ρόλο –στο πρόσφατο Μουντιάλ ο Μέσι για την Αργεντινή, ο Νεϊμάρ για τη Βραζιλία, ο Σουάρες για την Ουρουγουάη, ο Ροντρίγκεζ για την Κολομβία– αντιστοιχεί σε μια πολιτιστική και πολιτική παράδοση δεσποτισμού που ανάγεται ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα μέσω του φαινομένου του Caudillo, του χαρισματικού ηγέτη που επωμίζεται το ιστορικό φορτίο της λύτρωσης του ταπεινωμένου λαού από τους δυνάστες του. Το νήμα που συνδέει τους επίδοξους ποδοσφαιρικούς μεσσίες με τους πολιτικοστρατιωτικούς αυθέντες της Λατ. Αμερικής εντοπίζεται στη λατρεία της προσωπικότητας, στην εναπόθεση όλων των προσδοκιών αποκλειστικά στην ιδιοφυΐα τους, στην ειδωλοποίησή τους από τα λαϊκά πλήθη, τους συμπαίκτες ή τους πολιτικούς συνεργάτες τους. Ο καταποντισμός της Βραζίλιας ελλείψει Νεϊμάρ, η αποτυχία της Ουρουγουάης απόντος του Σουάρες, η ήττα της Αργεντινής λόγω της μέτριας εμφάνισης του Μέσι επιβεβαιώνουν τον βαρύνοντα ρόλο που αναλαμβάνουν οι παίκτες-ηγέτες των λατινοαμερικανών στις εθνικές ομάδες τους.
Στον αντίποδα αυτού του προσωποκεντρικού σχήματος, η σημερινή ποδοσφαιρική ομάδα της Γερμανίας, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα της Γηραιάς Ηπείρου, ξεδιπλώνει κατεξοχήν συλλογικές αρετές. Εάν η ανάδυση της προσωπικότητας, του αυτόνομου υποκειμένου που έχει επίγνωση του εαυτού του και των δυνατοτήτων του, έλαβε χώρα στον ευρωπαϊκό χώρο και πιο συγκεκριμένα στην αναγεννησιακή Ιταλία σύμφωνα με τον Μπούρκχαρτ, η ατομική διάσταση της ύπαρξης δεν διεκδίκησε ποτέ τα απόλυτα πρωτεία έναντι των συλλογικών τρόπων συνύπαρξης. Στον αγωνιστικό χώρο, η Γερμανία του Γιοακίμ Λεβ απέδειξε πως ο συνδυασμός ατομικής προσπάθειας και συλλογικής λειτουργίας είναι εφικτός. Οι άψογοι αυτοματισμοί, η εξαιρετική αλληλοκάλυψη των παικτών, η συνεχής συνεργασία και αλλαγή θέσεων των παικτών (το μπακότερμα του γερμανού τερματοφύλακα υπήρξε αποθέωση της ευρηματικότητας και του ποδοσφαιρικού θράσους) επικύρωσαν την αρμονική συνεργασία φαντασίας και προσωπικών ικανοτήτων που τίθενται όμως στην υπηρεσία του συνόλου για την ευόδωση της προσπάθειας.
Κάπου εδώ θα πρέπει ίσως να σταθούμε σε ένα σημείο που ευλόγως επέσυρε την ιερή οργή των εγχώριων υπερασπιστών της εθνικής καθαρότητας όλου του πολιτικού φάσματος. Τόσο σε επίπεδο επιλογής αθλητών (Μποάτενγκ, Κεντίρα, Οζίλ, Μουσταφί, Ποντόλσκι) όσο και σε επίπεδο αγωνιστικής ταυτότητας (συνδυασμός άριστης γερμανικής φυσικής κατάστασης και ισπανικού ποδοσφαίρου συνεχούς κυκλοφορίας και κατοχής της μπάλας) η ομάδα της Γερμανίας δίνει υλική υπόσταση στο σχέδιο του κοσμοπολιτισμού, ενός ιδεατού ευρωπαϊκού πολιτισμού ανεκτικού σε ποικίλες επιδράσεις, πέρα από άκαμπτους φραγμούς φυλής, εθνότητας ή κουλτούρας.
Ένας επιπρόσθετος λόγος, λοιπόν, να χαρούμε για το θρίαμβο της ομάδας της Γερμανίας, αφού τα συνεργατικά εγχειρήματα, πολυεθνοτικής μάλιστα προέλευσης, καρποφορούν χωρίς να καταπνίγουν την ατομική ιδιαιτερότητα.

Μπάμπης Πιρλικαγκός

Για έναν λαό που πάσχει ανίατα σχεδόν από έναν συναισθηματικό παιδισμό ανάλογο της ατροφίας του ορθού του λόγου, οι συναισθηματικές εξάρσεις που προκαλούν οι ποδοσφαιρικές και λοιπές αθλητικές νίκες συντηρούν και αναπτύσσουν περαιτέρω την καταστροφική του ανισορροπία. Γι’ αυτό καλό είναι να αποφεύγονται τόσο οι σημαντικές νίκες που βιώνονται ως ιστορικοί θρίαμβοι καθώς υπεραναπληρώνουν την ασυνείδητα γνωστή εθνική συλλογική μετριότητα, όσο και οι σημαντικές ήττες που βιώνονται ως δραματικές καταστροφές και απoζητούν πάντοτε μια συναισθηματική εκφόρτιση στα παρελκόμενα λαϊκά δικαστήρια. Στο συναισθηματικό μας σύμπαν η πραγματικότητα αντικατοπτρίζεται πληθωριστικά καθώς τέτοιοι, αναγκαστικά μεγεθυντικοί και ασύμμετροι, είναι οι όροι της πρόσληψης της πραγματικότητας από τα αυτιστικά μας εγώ. Από την άλλη, η συνείδηση μιας εθνικής ταπείνωσης θα μπορούσε να λειτουργήσει παιδαγωγικά, προσγειώνοντας τον αιθεροβατούντα κολοβό ψυχισμό μας στην πραγματικότητα της περιθωριακής θέσης του λαού και της χώρας αυτής στον παγκόσμιο καταμερισμό. Τότε όμως οι εθνικοί μύθοι του περιούσιου λαού και της τρισχιλιετούς μας ιστορίας δεν θα ξεφούσκωναν, αλλά θα έσκαγαν βίαια και η βία αυτή είναι, ας το θυμόμαστε, νομοτελειακά αντίστοιχη της βίας με την οποία σταθερά αντιδρούμε σε κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης των εθνικών μας βεβαιοτήτων. Αυτός ο παιδαγωγικός ρόλος της εθνικής ταπείνωσης έχει βέβαια μια σημαντική προϋπόθεση: την ύπαρξη και τη λειτουργία εκείνων των κβάντων ορθού λόγου που θα επέτρεπαν την καταλυτική αυτή δράση, αλχημικά μετατρέποντας το θυμικό σε λόγο. Τα υπεραναλύεις θα πει κάποιος, ας αφήσουμε τους ανθρώπους να χαρούν. “Wo Es war, soll Ich werden”, όμως.

Θ.Π.

Ευρώπη, η πατρίδα μας

μικρά

*** Καλώς τα παιδιά, καλώς τα 3-0

*** Ta tria dyo

*** Όταν σου δείχνουν τα βράχια, μην κοιτάζεις το δάχτυλο.

*** arguments reloaded 3.1

*** Η απαράμιλλη γοητεία του κοντού του μόσκοβου.

*** Μήνες ολόκληρους μας πήρε η προσπάθεια κατανόησης της μνημειώδους "ομιλίας στο Τιτάνια"...

intro

Το arguments είναι η προσπάθειά μας να σκεφτόμαστε πολύπλοκα, σφαιρικά. Φιλοδοξεί να αναδείξει μάλιστα την πολυπλοκότητα σε όλο της το εύρος καταδυόμενο σε αυτά που σκέφτονται, που λένε, που γράφουν, που κάνουν, που δημιουργούν άλλοι, αφού μάλλον κανένας και καμιά μας δεν κατέχει το πρωτείο της αλήθειας. To arguments απεχθάνεται τους δογματισμούς κάθε απόχρωσης και ονειρεύται τη δημοκρατία. Καλή του τύχη.

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία – Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Παρασιτισμός και επίπλαστη ευημερία - Ο Π. Κονδύλης και η ελληνική κρίση

Πάρκαρες σωστά;

Μια πρωτοβουλία του Δικτύου Πολιτών pro-tasis

e-books

eco_man


politiki_via


epa


του ΚΚ

Σύνδεσμοι


Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης


Διεθνής Αμνηστία



Stop


Εξοπλισμοί